Οι προβληματικές όψεις της κρατικής διδασκαλίας της Ιστορίας

Οι προβληματικές όψεις της κρατικής διδασκαλίας της Ιστορίας

Γράφει ο:  Χάρης Ταμπάκης

Για άλλη μία φορά ξέσπασε διαμάχη για ζητήμα­τα της εκπαίδευσης. Τούτη τη φορά στο επίκεντρο βρέ­θηκε το μάθημα της Ιστορίας και η επιχει­ρού­με­νη αναθεώρηση του προγράμματος διδασκαλίας του στις δύο κατώτερες βαθμίδες από επιτροπή του Ιν­στι­τούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) υπό τον κα­θηγητή κ. Π. Βόγλη. Δίνεται λοι­πόν αφορμή να εκ­φρα­στεί ένας προ­βλη­μα­τι­σμός που συ­νο­δεύει ανα­πό­δραστα τον γράφοντα κατά τη δι­δα­σκα­λία του συ­γκε­κριμένου μα­θήματος στη δευτε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση.
Ο εν λόγω προβληματισμός τρο­φο­δο­τεί­ται από τρεις πηγές: καταρχάς από την αδι­ά­λει­πτη ανη­συ­χία που συ­νο­δεύει κάθε επιστημο­νι­κή μέ­ρι­μνα, κα­τά δεύ­τερο λόγο από την καθη­με­ρι­νή σχο­λι­κή εμπει­ρία και, κατά τρίτο, από τον δη­μό­σιο διά­λο­γο, τε­λευταία εκδοχή του οποίου είναι η προ­ανα­φερ­θεί­σα διαμάχη. Σπεύδω βέβαια να ομολο­γή­σω ότι το βα­σι­κό κί­νητρο που καθοδηγεί την πα­ρέμ­βα­ση συνίστα­ται από το γενικότερο θεωρη­τι­κό εν­δια­φέρον για τη με­τα­χεί­ριση που επι­φυλάσ­σουν στο πα­ρελθόν οι εντελλόμενοι με τη διαχεί­ρι­σή του, και δη οι κρα­τι­κοί λειτουργοί.
Ας ξεκινήσουμε την περίσκεψη με κάποιες πα­ρα­δο­χές που αφορούν την αποτελεσματικότητα της δι­δα­σκαλίας στη μέση εκπαίδευση. Αν παραδεχθούμε ότι βασικός σκοπός του μαθήματος της Ιστορίας δεν εί­ναι η απο­μνη­μόνευση γεγονότων και χρονολογιών αλ­λά η καλ­λιέργεια κριτικής ιστορικής συνείδησης, τό­τε οι πε­ρισσότεροι μάλ­λον θα συμφωνούσαν με τη δια­πί­στω­ση της αποτυχίας του εκ­παι­δευ­τικού συ­στή­μα­τος ως προς αυτόν τον στόχο. Μιλώντας για «κρι­τι­κή ιστορική συνείδηση» εννοώ εκείνη την όξυν­ση της σκέ­ψης που προκύπτει όταν τίθεται το ιστο­ρικό παρελθόν ως αντι­κείμενο διερεύ­νη­σης. Αυ­τό σημαίνει ότι ο διδάσκων θα πρέπει να ανακινεί κα­τά τη διδασκαλία μια ερωτηματοθεσία η οποία φω­τίζει άδηλες πτυχές και θέτει υπό εξέταση στε­ρε­ό­τυ­πες βεβαιό­τη­τες, με προσ­δοκώμενα οφέλη τη δρο­μο­λόγηση μιας επιστη­μο­νικού τύπου αντιμε­τώ­πι­σης των απο­ρι­ών και - εν­δε­χομένως - την εμ­βρι­θέ­στε­ρη κα­τα­νό­ηση. Αυ­τή εν προκειμένω θα είναι η ιστο­ρι­κή γνώ­ση.
Δυστυχώς κατά κανόνα ο παραπάνω στόχος ούτε τί­θεται συστηματικά ούτε εξυπηρετείται σε καμία εκ­παιδευτική βαθ­μίδα, εξ όσων γνωρίζω. Συ­νή­θως το Κράτος - και η πλειονό­τη­τα των λει­τουρ­γών του - επα­να­παύ­ε­ται στο ανα­μά­σημα της προσφερό­με­νης ιστο­ρι­ο­γραφίας, πε­ρι­ο­ρί­ζοντας την όποια κρι­τι­κή στό­χευ­ση στην επε­ξερ­γα­σία επιλεγμένων κειμέ­νων (πηγές). Βέ­βαια το ελ­λη­νι­κό εκπαιδευτικό σύ­στη­μα γενικά εμ­φανί­ζει χρό­νια ανα­πηρία στην καλ­λι­έρ­γεια της κρι­τι­κής σκέ­ψης, ρέ­πο­ντας πα­γί­ως στη μη­χανιστική ανα­παρα­γω­γή πα­ρα­δεδομένων περι­γρα­φών. Ο μηχα­νι­σμός της ανα­πα­ρα­γω­γής μάλιστα εμ­φα­νίζεται κυ­ρί­αρ­χος όταν βα­σί­ζε­ται στο σχολικό ιστο­ρικό εγχει­ρί­διο, το οποίο κά­θε χρο­νιά λει­τουρ­γεί εν είδει Ευ­αγ­­γε­λίου, ιδίως για τις πε­ριβόητες πα­νελ­λαδικές εξε­τάσεις. Η απαξιωτική αυτή συν­θή­κη επι­τεί­νε­ται στην πε­ρί­πτω­ση του μα­θή­μα­τος της Ιστο­ρίας - όπως και σε εκεί­νο της Λο­γοτεχνίας - μέ­σα από την ανάθεσή του σε εκ­παι­δευ­τικούς άλ­λων ει­δι­κο­τή­των, και σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση όχι σε Ιστο­ρι­κούς, πρα­κτική η οποία μάλ­λον ενι­σχύ­ει τον μη­χα­νι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα της διδα­σκα­λίας.
Από την πλευρά των μα­θη­τών, η απα­ξί­ω­ση εκδη­λώ­νε­ται εκεί που το μά­θη­μα της Ιστο­ρί­ας ακο­λου­­θεί τη συνολική μοί­ρα των μαθημάτων γε­νικής παι­δεί­ας, τα οποία πα­ραγκωνίζονται αμέσως μό­λις το φρο­ντι­στή­ριο και οι προσωπικές επιδιώξεις εκδώ­σουν το σχε­τικό πρό­σταγμα. Το πρό­σκομμα αυτή τη φορά προ­έρ­χε­ται από ένα ολό­κλη­ρο σύ­στη­μα διακίνησης και εκ­με­τάλ­λευσης της στε­ρεό­τυ­πης ή παραδε­δο­μέ­νης γνώ­σης, το οποίο, ως πιο «πα­ρα­γω­γι­κό» και «χρή­σι­μο», προ­ο­δευ­τι­κά υπο­κα­θι­στά το κράτος στην εφαρ­μο­γή των οιων­δή­πο­τε υποδείξεων. Στο σκε­πτι­κό αυ­τό υπο­τάσ­σο­νται «ελεύ­θερα» όλοι οι μα­θη­τές, υπα­κούοντας στους μά­γους του άστρου της εύ­λο­γης χρη­σι­μό­τη­τος.
Χαρακτηριστικό όμως δείγμα της αδυναμίας των κρα­τι­κών ιθυ­νό­ντων να επε­ξεργαστούν μία επιστημο­νικά και παι­δαγωγικά αξιό­πι­στη πρόταση διδα­σκα­λί­ας της ιστο­ρι­κής σπουδής θεωρώ πως είναι τα εγ­χει­ρίδια που δι­δά­σκο­νται στο Λύκειο και ειδικά στην Γ΄ Λυκείου, γενικής παι­δείας και κατεύ­θυν­σης. Η με­θο­δολογική στό­χευ­ση των εν λόγω εγ­χειριδίων δεν εί­ναι η προώθηση του επιστημονι­κού-κριτικού πνεύ­μα­τος απέναντι στο παρελθόν αλ­λά η συνοπτική πα­ρου­σίαση ιστο­ρι­κών περιόδων ή θεμα­τικών ενο­τή­των. Γι’ αυτό και τα κεί­μενα των εν λόγω εγχει­ρι­δί­ων εύλογα θα χαρακτηρίζονταν μέτριας ποιότητας πε­ριλήψεις. Από εκεί και ύστερα αναλαμ­βά­νει ο εκ­παι­δευτικός μηχα­νι­σμός να εξουδετερώσει την όποια δημιουργική ή διερευ­νητική επι­δίωξη του μα­θη­τή, υποβάλλοντάς τον στην εξουθενωτική δι­α­δι­κα­σία της αποστή­θι­σης.
Πώς θα πρέπει λοιπόν να αντιμετωπιστεί η κα­τά­στα­ση; Ζητούμενο καταρχάς είναι να συμφωνήσουμε ότι η πα­ραπάνω διάγνωση του προβλήματος εί­ναι ισχύ­ου­σα σε μεγάλο βαθμό. Ευ­τυχώς στα ίδια πε­ρί­που συμπεράσματα προβαίνει και η Πανελλήνια Ένω­ση Φι­λο­λό­γων (ΠΕΦ), η οποία σε σχε­τική της επι­στο­λή (24-02-2017) προς τον Πρό­ε­δρο του Ινστι­τού­του Εκ­παι­δευ­τικής Πο­λιτικής (ΙΕΠ) ανα­φέρεται σε «έλ­λειμ­μα ιστο­ρικής παι­δείας», «ου­σι­αστική αδι­α­φορία για τη σχο­λική Ιστο­ρία» από μέρους των μα­θη­τών, «μη­χα­νι­κή απο­στή­θιση και πε­ριο­ρισμό του κρι­τικού πνεύ­μα­τος», ακα­τάλληλα εγχει­ρίδια, κατα­χρη­στικές ανα­θέ­σεις του μαθήματος κ.λπ. Ποια θεω­ρεί όμως η ΠΕΦ ότι είναι η εν­δε­δειγ­μέ­νη θε­ρα­πεία; Σύμ­φωνα με την επιστολή:
α) Η αδι­α­φορία των μαθη­τών οφεί­λε­ται στα υφι­στά­μενα προ­γράμματα σπου­δών, τα οποία με­ταχει­ρί­ζονται τις ιστορικές πε­ρι­ό­δους ως πε­­ρισ­σό­τερο ή λι­γότερο ση­μα­ντικές, επιβάλλοντας μά­λιστα την άνι­ση και απο­σπα­σματική δι­δα­σκαλία τους, με απο­τέ­λε­σμα να δη­μι­ουρ­γούνται μαθησιακά κε­νά. Επομένως αυ­τό που προ­τείνεται είναι «ισο­με­ρής και ισότιμη πε­ριο­δο­λό­γη­ση», με παράλληλη αύ­ξη­ση των ωρών δι­δα­σκα­λίας του μαθήματος. Υπο­θέ­τω ότι επιδίωξη της ΠΕΦ είναι να διδάσκεται η Ιστορία «στο σύνολό της». Που σημαίνει ότι το πρόβλημα της άγνοιας επι­λύ­ε­ται με πο­σο­τι­κούς όρους: όλες οι περίοδοι, με πε­ρισ­σότερο χρό­νο. Προφανώς οι συνάδελφοι της ΠΕΦ θεωρούν το παρελθόν σαν μία στατική εικόνα, η οποία θα πρέπει να παρουσιαστεί στους μαθητές σε όλο της το εύρος, ώστε να κι­νή­σει το ενδια­φέ­ρον και να λει­τουρ­γή­σει στο σύνολό της. Μάλλον πρό­κειται για αμήχανη λογική.
β) Η ΠΕΦ προ­τείνει επίσης τα νέα Προγράμματα Σπου­δών «να έχουν ως πρωταρχικό σκοπό τη δια­μόρ­φω­ση της ιστο­ρικής σκέψης και της ιστορικής συ­νεί­δη­σης του μα­θητή, παράλληλα με την ελληνι­κή εθνική συ­νεί­δη­ση». Και προσθέτει επ’ αυτού: «Η προ­σέγ­γι­ση του πα­ρελθόντος θα πρέ­πει να γίνεται με βάση την ελ­λη­νική ιστορία.» Το σημείο αυτό επα­να­λαμ­βά­νε­ται: «…διδασκαλία (…) της σύγχρονης ελ­ληνικής,  ευ­ρω­παϊ­κής και  παγκόσμιας Ιστο­ρί­ας, με βάση πά­ντο­τε την ελληνική Ιστορία» και η σκοπιμό­τητα εί­ναι να ανα­δειχθεί «η ιστορική συνέχεια» και να δια­μορ­φω­θεί «εν τέλει  ιστορική και εθνική συ­νεί­δη­ση». Αναρωτιέται κανείς κατά πόσο οι πα­ρα­πά­νω παράμετροι συμβαδίζουν με την επιστημονική διά­σταση του μαθήματος… Άραγε θα πρέπει να πα­ρα­δε­χτού­με ότι η Ιστορία ως επιστήμη οφεί­λει εξ ορι­σμού να είναι ελληνο­κε­ντρι­κή και ότι επιβάλ­λε­ται να χρησιμοποιείται ως μέσο ενίσχυσης της όποιας εθνι­κής ταυτότητας; Μήπως η ιδεολογική αυ­τή «αξιο­ποί­η­ση» του μαθήματος της Ιστορίας για την καλλιέρ­γεια της εθνι­κής ταυ­τότητας δεν συνέ­βα­λε καί­ρια στην επιστημονική υποβάθμιση του μα­θή­ματος και στην έντο­να προ­πα­γανδιστική επιδίωξη με την οποία έχου­με περιβά­λει οτιδήποτε θεωρούμε «ιστο­ρικό»;
Με τις θέσεις της επομένως η ΠΕΦ συμπαρα­τάσ­σε­ται με τους αρ­νητές του πνεύματος των νέων προ­γραμ­μά­των σπου­δών, τα οποία, σύμφωνα με τον επι­κε­φα­λής της επι­τροπής αναθεώρησης του ΙΕΠ, κ. Π. Βό­γλη (Εφη­με­ρίδα των Συ­ντα­κτών, 18-04-2017), προ­ορίζονται να ει­σαγά­γουν τη γε­νε­τική διάσταση και την πο­λυ­πλο­κό­τη­τα στη μεθοδολογική αντι­με­τώ­πι­ση των ιστο­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων. Υποθέτω ότι επι­δι­ώ­κε­ται κατ’ αυτόν τον τρόπο να εν­σω­ματωθούν στις προ­δια­γρα­φές του μαθή­μα­τος επι­στημολογικές τά­σεις οι οποί­ες εκ­φρά­σθηκαν από τη δεκαετία του ’70 και έπειτα, κυ­ρίως από τους Γάλλους ιστορικούς. Λό­γου χάρη, επι­δίωξη τώρα δεν θα είναι η εμπέ­δω­ση της εθνικής ταυ­τότητας αλλά να δει­χθεί πώς συ­γκρο­τήθηκε στα νε­ό­τερα χρόνια η νεοελ­λη­νική εθνι­κή ταυτό­τη­τα. Κά­τι τέ­τοιο όμως προ­φα­νώς προ­ϋ­πο­θέ­τει άλλου εί­δους υπό­δειγμα στην προ­σέγγιση του μαθήματος, το ο­ποί­ο μάλλον συνάδει με την ενερ­γοποίηση της δι­ε­ρευ­νητικής προσέγγισης. Προ­ϋ­πο­τίθεται εν προ­κει­μέ­νω ότι θα τεθεί υπό ερώτημα η διά­στα­ση της συ­νέ­χειας στην ιστο­ρική πορεία του ελ­λη­νι­κού έ­θνους, ώστε να ανιχνευθεί η «αφύ­πνι­ση» (ή ανα­συ­γκρό­τηση) της εθνι­κής ταυτότητας. Οπό­τε αυ­τόμα­τα προκαλείται κλονισμός της παρα­δο­σιακής προ­σέγ­γι­σης του Κ. Παπαρρηγόπουλου, η οποία αναδείχθη­κε σε κα­θε­στωτικό ιδε­ολόγημα από το νεοελ­λη­νι­κό κρά­τος στο εκ­παι­δευ­τικό του σύ­στη­μα.
Αξιοσημείωτο είναι εδώ ότι σε κείμενο που διακι­νή­θη­κε μέσω διαδι­κτύ­ου (22-04-2017) και φέρει το όνο­μα του Σ. Τουλιά­του, Ορ­γανωτικού Γραμ­μα­τέα της ΠΕΦ, επι­κρίνεται το ανα­θε­ω­ρητικό πνεύ­μα των νέ­ων προγραμμάτων με το επιχείρημα ότι η «α­γω­νι­ώ­δης αναζήτηση των ταυτοτήτων είναι μια υπο­κει­με­νική περιοριστική και διαχειριστική τάση, όπου η κά­θε ομάδα διεκδικεί για τον εαυτό της το με­γα­λύ­τε­ρο μερίδιο των δικαιωμάτων, της εργα­σί­ας, των συν­θηκών ζωής και τείνει σ’ έναν ηγεμο­νι­σμό». Οξυ­δερ­κής παρατήρηση, η οποία όμως, κατά τη γνώ­μη μου, περιγράφει εξίσου καίρια τον επιλήψιμο τρό­πο με τον οποίο διαχειρίστηκαν το ιστορικό τους πα­ρελ­θόν τα εθνι­κά κρά­τη των Βαλκανίων - μεταξύ αυ­τών και η Ελ­λάδα -, μέσα από την επί­ση­μη ιστο­ρι­κή τους πε­ρι­γραφή. Τη συγκριτική αυτή αντι­με­τώ­πι­ση της ιστο­ρι­ογραφίας δεν φαίνεται όμως να την υπο­λο­γί­ζει ο κ. Τουλιάτος.
Αντίθετα επιμένει στην «οριστική Ιστορία», με την έννοια της επιστημονικής καταγραφής και μελέτης των ιστορικών γεγονότων και της διατήρησης των «βασικών γραμμών». Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρ’ όλη την κοινωνική του ευαισθησία, ο κ. Του­λιά­τος αντιμετωπίζει το ιστορικό παρελθόν σαν ένα στα­τικό εξω­τε­ρικό αντι­κείμενο, το οποίο έχει εν πολ­λοίς συντελεστεί και πλέον διατίθεται προς ανα­πα­ραγωγική μελέ­τη, κατά τα πρότυπα του ιστορικού θε­τικισμού. Γι’ αυ­τό και απορ­ρί­πτει την έννοια της Ιστο­ρίας ως συ­νι­στα­μέ­νης του πα­ρόντος. Μα πώς αλ­λιώς μπορεί να υπάρ­χει το οιοδήποτε παρελθόν πα­ρά ως διάσταση του παρόντος; Και επομένως, υπό αυ­τήν την προ­οπτική, σε ποιο ιστορικό φαι­νό­­με­νο θα αποδώσουμε μεγαλύτερη σημασία, στην εκ­δή­λω­ση της «Βιομηχανικής Επανάστασης» ή στην εκδή­λω­ση της Ελληνικής Επανάστασης; Το σκεπτικό των νέων προγραμμάτων υποθέτω ότι θα απέδιδε πε­ρισ­σό­τερο βά­ρος στο πρώτο φαινόμενο, ενώ οι αντιρρησίες θα επέμεναν στο δεύτερο. Το κριτήριο των τε­λευταίων θα είναι η «ελληνοκεντρική» προο­πτι­κή. Το πρόβλημα που διαπιστώνεται είναι ότι η εθνο­κε­ντρι­κή ιστοριογραφική προοπτική, διότι περί αυ­τής πρό­κειται, απο­δίδεται πάντοτε διαμέσου της κρη­σά­ρας του άμωμου και του αξιό­λο­γου, μια αμυντική πρα­κτική η οποί­α οδηγεί στην αποσιώπηση πολλών σε­λίδων «μαύ­ρης» ελληνικής Ιστορίας (βιαι­ο­πρα­γί­ες, εμφύλιοι πόλεμοι, δικτατορίες κλπ.), προς ενί­σχυ­ση βέβαια της εθνικής αυ­τοεκτίμησης.
Στις παρατηρήσεις που απηύθυνε εσχάτως το Προ­εδρείο της ΠΕΦ προς την επιτροπή του ΙΕΠ (ΑΠ 77 / 12-05-2017) υιοθετείται κατ’ ουσίαν το σκεπτικό Του­λιάτου: Καταγγέλ­λεται εν πολ­λοίς η κατ’ επιλο­γήν θεματική διάταξη του προ­γράμματος διδασκα­λί­ας της ιστο­ρικής ύλης, διό­τι ευνοεί την αυθαιρεσία του εκπαιδευτικού, και απαιτείται η διδασκαλία της γραμ­μι­κής ιστορικής συ­νέ­χειας. Καταγγέλλεται επί­σης η απουσία της μέριμνας για προ­α­γωγή της ελ­λη­νι­κής εθνι­κής ταυτότητας. Κατα­κρί­νεται εξάλλου ο πε­ρι­ο­ρι­σμός του διδακτικού εγχειριδίου σε βο­η­θη­τι­κό ρό­λο και απορρίπτεται ο κατακερ­μα­τι­σμός της δι­δα­σκό­με­νης ύλης ανά την επικράτεια. Τα νέα προ­γράμ­ματα σπουδών χα­ρα­κτηρίζονται «αντι­ε­πι­στημο­νι­κά», δι­ό­τι η Ιστο­ρία είναι επιστήμη που «προσα­να­το­λίζεται προς τις γε­νι­κεύ­σεις, αφαιρέσεις και ανα­κα­λύψεις κα­νο­νι­κοτήτων και νόμων» (!). Για τους πα­ρα­πάνω λό­γους η ΠΕΦ αρνήθηκε να προσέλθει σε δι­ά­λογο με τους αρ­μό­διους του ΙΕΠ. Ανάλογο δε σκε­­πτικό εκφράζει με ανα­κοίνωσή της και η Εται­ρεί­α Ελλήνων Φιλο­λό­γων (24-05-2017) - σε άψογο πο­λυ­τονικό σύστημα.
Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι αντιλήψεις πε­ρί γραμμικότητας του χρόνου και περί ιστορικής συ­νέχειας δεν αντέχουν πολύ στην κριτική. Εάν η συ­νέχεια αποτελούσε ιδιότητα του ιστορικού παρελ­θό­ντος, θα μπορούσαμε τότε να προβλέψουμε εύ­κο­λα την εξέλιξη του ιστορικού γίγνεσθαι. Ποιος όμως δια­θέτει τέτοιου είδους ικανότητες; Μήπως μπο­ρού­σε κανείς να προβλέψει το αιματοκύλισμα στην πρώ­ην Γιουγκοσλαβία ή, για να μην πάμε πολύ μα­κριά, την οικονομική κατακρήμνιση του ελλη­νι­κού κρά­τους λίγα χρόνια μετά την αποκορύφωση των Ολυ­μπι­ακών Αγώνων; Στην πραγματικότητα το ιστο­ρικό γί­γνεσθαι αποκαλύπτεται πολυσχιδές και ανα­πά­ντε­χο, εμφανίζοντας αλλού συνέχειες, αλλού ασυ­νέ­χει­ες, επιτρέποντας μόνο στους νουνεχείς κά­ποια διό­ρα­ση των προσιόντων, που λέει και ο ποιη­τής. Αλλά μας βολεύει γενικά να συ­γκαλύπτουμε την πολυσχιδία με τις αφαιρέσεις και τις γε­νι­κεύ­σεις μας, επιβάλλοντας την ευκολία της στερεό­τυ­πης ομοιομορφίας - με άλλα λόγια, τη γραμ­μικό­τη­τα και τη συνέ­χει­α -, πλάθοντας μία χρηστική εικό­να για το παρελθόν.
Φοβάμαι λοιπόν ότι η στάση του Προεδρείου της ΠΕΦ κα­τάφερε να την ταυ­τίσει με αυτό ακριβώς που επέ­κρι­νε: με την αντι­ε­πι­στημονική και ιδεοληπτική προ­σέγ­γιση στη δι­δα­σκα­λία της Ιστορίας. Υιοθετώ γι’ αυ­τό τη συνετή κριτική που ασκήθηκε από τη συ­νά­δελ­φο Ά. Στρι­φτόμπολα (Εφημερίδα των Συντα­κτών, 24-05-2017). Επιφυλάσσομαι ωστόσο να παρα­δε­χθώ πρόθυμα ότι η επιζητούμενη επι­στη­μο­νι­κό­τη­τα εξα­σφα­λίζεται αυτόματα με το νέο πλαίσιο δι­δα­σκα­λίας που σχε­διά­ζει το ΙΕΠ. Η πικρή πείρα από τις αλ­λε­πάλ­λη­λες εκπαι­δευ­τι­κές μεταρρυθμίσεις και την εφαρ­μο­γή τους στη σχολική καθημερινότητα προ­διαθέτει για ένα μέλ­λον ελάχιστα διαφορε­τι­κό. Και αυτό διό­τι η επιστημονικότητα του οποιου­δή­πο­τε μαθήματος δυ­στυ­χώς ή ευτυχώς δεν εξα­σφα­λί­ζε­ται μόνον από το πρό­γραμμα σπουδών ή από το σχο­λι­κό εγ­χει­ρί­διο. Εξασφαλίζεται τελικά και από τον δά­σκαλο και την κα­τάρ­τι­ση που διαθέτει στην αντι­με­τώπιση του αντι­κει­μέ­νου του. Το ίδιο και η πε­ρι­βό­ητη αντικειμενικότητα που επιδιώκει η ΠΕΦ. Το προ­τεινόμενο Πρό­γραμμα Σπου­δών προτίθεται να ενισχύσ­ει - και σω­στά, κατά τη γνώ­μη μου - τον ρό­λο και τις επι­λο­γές του εκ­παι­δευ­τικού. Αρκετά πια με τον ασφυκτικό συγκεντρωτισμό της κρατικής εκ­παί­δευσης, ο οποίος τροφοδοτεί εντέλει τη φροντι­στη­ριακή αγο­ρά. Πολύ σω­στά προβλέπεται η ει­σα­γω­γή νέ­ων μέ­σων και ψη­φι­οποιημένων πηγών στη δι­δασκαλία. Ανα­ρω­τιέ­μαι ωστό­σο κατά πόσο οι Έλ­λη­νες εκπαι­δευ­τικοί δια­θέ­τουν την κατάλ­ληλη κα­τάρ­τιση για να αντα­πο­κρι­θούν στις νέες απαι­τή­σεις και αν υπάρχει τό­σο η κα­τάλ­λη­λη υπο­δομή όσο και η λει­τουργική ευ­χέρεια στα σχολεία, ώστε να εφαρ­μο­στούν οι σχε­διασμοί του ΙΕΠ. Αν στρα­φεί κα­νείς προς την εκ­παι­δευτική πραγ­μα­τι­κό­τητα, μάλλον σκε­πτικισμό και θλί­ψη θα αισθανθεί.
Ένας άλλος παράγοντας που καραδοκεί να υπο­νο­μεύσει τα σχέδια του ΙΕΠ είναι η προχειρότητα των επιλογών της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, δείγ­μα­τα της οποίας δυστυχώς έχουμε υποστεί και εσχά­τως. Θα πρόσθετα δε ότι η προ­χει­ρότητα στον πο­λιτικό σχε­διασμό είναι εκείνη που κατά κανόνα σφρα­γί­ζει με ημε­ρο­μη­νία λήξεως τέτοιες ανα­θεω­ρη­τικές προ­σπάθειες, οι οποίες διαρκούν μέχρι τις επό­μενες εκλο­γές, οπότε μεταβάλλεται και η πολι­τι­κή καθο­δή­γηση του ΙΕΠ. Ώστε η κακοδαιμονία δεν έχει τέ­λος.
Ολοκληρώνω αυτές τις σκέψεις συντασσόμενος κα­ταρχήν με τις αρχές που διέπουν το έργο της επι­τρο­πής του ΙΕΠ, εκφράζοντας ωστόσο τον σκεπτι­κι­σμό μου για το τελεσφόρο της προσπάθειας. Δυ­στυ­χώς οι εμπεδωμένοι μηχανισμοί στο ελληνικό εκπαι­δευ­τικό σύστημα δεν επιτρέπουν ούτε ελευθερία πνεύ­ματος και επιλογών ούτε ανατροπές στα γνω­στι­κά στερεό­τυ­πα. Το υπό διαμόρφωση πρόγραμμα σπου­δών της Ιστο­ρίας, για να εφαρμοστεί σωστά, θα απαι­τούσε μία συνολικότερη μεταρρυθ­μι­στική προ­σπά­θεια, η οποία αφενός θα ενίσχυε την παι­δα­γω­γι­κή και επιστημονική επάρ­κεια του εκπαιδευτικού προ­σωπικού και αφετέρου θα έθετε ως κυρίαρχο στό­χο την προα­γω­γή της δημιουργικής διε­ρεύ­νησης της γνώ­σης, αντί για τη στείρα αναπα­ρα­γω­γή λόγων. Αλ­λά πο­λύ φο­βά­μαι ότι απέ­χου­με από κάτι τέτοιο, «πα­ρασάγγας», θα έλεγε ένας φιλόλογος.
Και μια τελευταία, συγκεφαλαιωτική παρατή­ρη­ση. Στη δι­δασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας ελ­λο­χεύει ένα οξύμω­ρο: διδάσκουμε το παρελθόν για να προ­ε­τοι­μάσουμε το μέλλον. Ουσιαστικά λοιπόν συ­γκρού­ο­νται δύο επιδιώξεις: οι μεν επιζητούν μέ­σω της Ιστο­ρί­ας να διαμορφώσουν Έλληνες, οι δε επι­δι­ώ­κουν να δι­α­μορφώσουν πολίτες του ελλη­νι­κού κράτους, άσχε­τα από το αν θα είναι Έλληνες ή οτι­δήποτε άλλο. Σε κάθε περίπτωση, η ιδεολογική με­ταχείριση του ιστο­ρι­κού παρελθόντος προδίδεται από την επιδίωξη. Το ζή­τημα σε κάθε περίπτωση εί­ναι ότι θα πρέπει να δια­τηρείται εκείνη η μεθο­δο­λο­γι­κή και λογική πει­θαρ­χία που θα είναι σε θέση να τη­ρήσει αποστάσεις από την ιδεολογική επιδίωξη και να καταξιώσει την κριτική εξέταση προς όποια κα­τεύθυνση. Εκεί, αν επιτρέπεται, αναδεικνύεται ο πραγ­ματικός δά­σκαλος.

Δημοσιευμένο στο http://blogs.sch.gr/chtabakis