Οι ευθύνες της Γερμανίας για την κρίση του ευρώ

Οι ευθύνες της Γερμανίας για την κρίση του ευρώ
Ο ρόλος του ηγέτη και η συμπεριφορά του εγωιστή

«Ποτέ άλλοτε δεν βρέθηκε ένα πλοίο που βυθίζεται με καπετάνιο και πλήρωμα πιο ανίδεους για τους λόγους της συμφοράς ή πιο ανίκανους για να κάνουν οτιδήποτε σχετικά με αυτό». Αυτή ήταν η δριμεία κριτική του Eric Hobsbawm [1] αναφορικά με τις πολιτικές με τις οποίες αντέδρασε η τότε ελίτ στη Μεγάλη Ύφεση. Καθώς εκείνοι οι ηγέτες κατέληξαν στην χρήση παρωχημένων τρόπων αντίδρασης όπως η εξισορρόπηση των προϋπολογισμών, η μείωση των δασμών και η επαναφορά του κανόνα του χρυσού, απλώς επιδείνωσαν την κρίση. Η ίδια κριτική θα μπορεί σύντομα να διατυπωθεί για τη Γερμανία και για το ρόλο που διαδραματίζει στο εν εξελίξει ευρωπαϊκό δράμα για τα κρατικά χρέη.

Αφού πρώτα ολόκληρος ο πλανήτης παρακολούθησε τις οικονομίες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας να καταβαραθρώνονται, τα βλέμματα τώρα είναι στραμμένα στην Ιταλία, την όγδοη μεγαλύτερη εθνική οικονομία στον κόσμο και τρίτη μεγαλύτερη στην αγορά ομολόγων. Η διάγνωση είναι, δυστυχώς, ευανάγνωστη: Η Ευρώπη πρέπει να αποπληθωριστεί για να γυρίσει στην ανάπτυξη με το να επιμείνει σ’ έναν κανόνα όπως εκείνος του χρυσού: ένα σκληρό γερμανοκρατούμενο ευρώ. Εν τω μεταξύ, οι Έλληνες, βρισκόμενοι υπό τεράστια διεθνή πίεση, αντικατέστησαν τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου με τον Λουκά Παπαδήμο, πρώην αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ οι Ιταλοί τοποθέτησαν στη θέση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι τον οικονομολόγο και πρώην Ευρωπαίο Επίτροπο, Mario Monti, ή αλλιώς «Super Mario». Ωστόσο, και παρά το πραξικόπημα της ΕΕ, η απόδοση των δεκαετών ιταλικών ομολόγων ξεπέρασε το 7% μέσα σε μόλις είκοσι τέσσερις ώρες μετά την ανάληψη καθηκόντων από τον Monti.
Αποτελεί κάτι περισσότερο από ειρωνεία το γεγονός ότι οι δύο αυτοί θεμελιώδεις πολιτισμοί της Δύσης -ο ελληνικός και οι ρωμαϊκός- που ήταν μεταξύ των πρώτων που πειραματίστηκαν με τη δημοκρατία, τώρα πρέπει να αφήσουν τις οικονομικές υποθέσεις τους σε μη εκλεγμένους «ευρωκράτες». Σε όλη αυτή την ιστορία, υπάρχει ένα άρωμα της δεκαετίας του 1930, καθώς αδύναμοι δημοκράτες παραγκωνίζονται για να παραχωρήσουν τις θέσεις τους σε ισχυρούς ηγέτες που δρουν κατ’ εντολή των διεθνών δανειστών. Όπως σημείωσε ο Hobsbawm, τη τελευταία φορά αυτή η εξέλιξη δεν είχε αίσιο τέλος.
Αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι πώς έχει οδηγηθεί η Ευρώπη σε αυτό το σημείο. Από την αρχή της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, οι αναλυτές έχουν προσφέρει πολλαπλές εξηγήσεις. Οι αμερικανοί οικονομολόγοι την αποκαλούν «κρίση σχεδιασμού», υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη έβλεπε τι ερχόταν. Τα δημοσιονομικά γεράκια που παρατηρούν όλο τον κόσμο, προτιμούν την εξήγηση του προϋπολογισμού, δίνοντας έμφαση στις κρυφές δημόσιες δαπάνες, το τεράστιο κράτος και το γενναιόδωρο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ελλάδας. Στη συνέχεια, γενικεύουν αυτά τα προβλήματα σε όλη την Ευρώπη (μη δίνοντας σημασία στο ότι το χρέος του δημόσιου τομέα καθώς και οι δημόσιες δαπάνες της Ιταλίας είναι σχετικά χαμηλές σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες αναπτυγμένες χώρες). Από την πλευρά τους, οι ελίτ στη Γερμανία κατηγορούν το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και τους «πολύ υψηλούς» πραγματικούς μισθούς στις χώρες της Μεσογείου. Άλλοι υποδεικνύουν ως υπεύθυνες τις ενδο-ευρωπαϊκές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Πιθανόν να υπάρχει μία κοινή συνισταμένη σε όλες αυτές τις εξηγήσεις. Αλλά το βάθος και η διάρκεια αυτής της κρίσης κάνουν επιτακτική μία πιο πολύπλοκη, συστημική και ιστορική καταγραφή. Άλλωστε, όταν εξηγείς τους λόγους κατάρρευσης μιας γέφυρας, δεν έχει νόημα να κατηγορείς το τελευταίο όχημα που τη διέσχισε.
Η πολυπλοκότητα, ωστόσο, των αιτιών της κρίσης έχει μία κοινή ρίζα: την αποτυχία της Γερμανίας να ενεργήσει υπεύθυνα ως ηγεμόνας της Ευρώπης. Δεν πρόκειται ασφαλώς για καμιά υποχρέωση της Γερμανίας να ανατρέπει δημοκρατίες και να επιβάλει τον αποπληθωρισμό, όπως έχει προσπαθήσει να κάνει με την εγκατάσταση Παπαδήμου στην Ελλάδα και Monti στην Ιταλία. Αντιθέτως, θα πρέπει να σταθεροποιήσει την ευρωζώνη, παρέχοντας ένα φάσμα δημόσιων αγαθών που τα ξεχωριστά θεσμικά όργανα και οι πολιτικές της περιοχής έχουν αποτύχει να εγκαθιδρύσουν. Για την επίλυση της ευρωπαϊκής κρίσης και την αποφυγή των λαθών που έγιναν στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και εκείνης του 1930, αυτοί που κυβερνούν στο Βερολίνο και τις Βρυξέλλες θα πρέπει να αφήσουν στην άκρη τις ιδέες του Andrew Mellon [2] και να διαβάσουν λίγο Charles Kindleberger [3].
Στο βιβλίο του «Ο Κόσμος σε Ύφεση: 1929-1939» (The World in Depression: 1929-1939), ο Kindleberger υποστήριξε ότι «το 1929 η ύφεση ήταν τόσο μεγάλη, τόσο βαθιά και τόσο μακρά σε διάρκεια, επειδή το διεθνές οικονομικό σύστημα κατέστη ασταθές από την ανικανότητα των Βρετανών και την απροθυμία των ΗΠΑ να αναλάβουν την ευθύνη για τη σταθεροποίησή του». Πράγματι, η κριτική του Kindleberger για το ρόλο που έπαιξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην κρίση εκείνης της εποχής θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί για τη σημερινή Γερμανία: «Το Παγκόσμιο Οικονομικό συνέδριο του 1933 δεν είχε έλλειψη από ιδέες... [αλλά] η μόνη χώρα που ήταν ικανή να ηγηθεί ήταν σαστισμένη λόγω εσωτερικών ανησυχιών και στάθηκε στην άκρη».
Για να εξασφαλιστεί η αντοχή οποιουδήποτε διεθνούς οικονομικού συστήματος, ο Kindleberger εξήγησε ότι ένας σταθεροποιητής -μόνο ένας σταθεροποιητής- χρειάζεται για να παρέχει πέντε δημόσια αγαθά: μία αγορά για αγαθά σε κίνδυνο (αγαθά που δεν μπορούν να βρουν αγοραστή), αντι-κυκλικό μακροπρόθεσμο δανεισμό, σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, συντονισμό της μακροοικονομικής πολιτικής και πραγματικό δανεισμό εσχάτης καταφυγής στη διάρκεια οικονομικών κρίσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρείχαν αυτά τα αγαθά στη δεκαετία του 1930. Η Γερμανία σήμερα αποτυγχάνει και στα πέντε στοιχεία που αναφέραμε παραπάνω.
Πρώτον, αντί να παρέχει στις περιφερειακές χώρες μία αγορά που θα απορροφούσε τα εν κινδύνω προϊόντα τους, η Γερμανία πωλεί με ενθουσιασμό τα δικά της βιομηχανικά προϊόντα προς την περιφέρεια. Σύμφωνα με τη Eurostat, το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ αυξήθηκε από 46,4 δις. ευρώ το 2000 σε 126,5 δις ευρώ το 2007. Η εξέλιξη των διμερών εμπορικών πλεονασμάτων της Γερμανίας με τις χώρες της Μεσογείου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Μεταξύ 2000 και 2007, το ετήσιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας με τη Γερμανία αυξήθηκε από 3 δις ευρώ στα 5,5 δισ. ευρώ, της Ιταλίας διπλασιάστηκε από 9,6 δις ευρώ σε 19,6 δις, της Ισπανίας σχεδόν τριπλασιάστηκε, από 11 δις σε 27 δις και της Πορτογαλίας τετραπλασιάστηκε από 1δις σε 4,2 δις. ευρώ. Επιπλέον, μεταξύ του 2001 και του 2009 η Γερμανία είδε την συνολική τελική εγχώρια κατανάλωση να πέφτει από 78,5% του ΑΕΠ σε 74,5%. Το ακαθάριστο ποσοστό της αποταμίευσης αυξήθηκε από κάτω του 19% του ΑΕΠ σε σχεδόν 26% την ίδια περίοδο.
Δεύτερον, αντί να προχωρήσει σε αντι-κυκλικό δανεισμό, ο γερμανικός δανεισμός προς την ευρωζώνη ήταν σε αρμονία με τον οικονομικό κύκλο. Έμμεσα (μέσω της αγοράς ομολόγων) και άμεσα (με τη διάδοση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της μέσω του ευρώ), η χώρα είχε ουσιαστικά δώσει στις χώρες της περιφέρειας τα απαιτούμενα χρήματα για να αγοράσουν τα προϊόντα της. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής άνθισης του 2003-2008, η Γερμανία επέκτεινε την πίστωση σε μαζική κλίμακα για τις μεσογειακές χώρες της ευρωζώνης. Η Φρανκφούρτη έπραξε πολύ σωστά για τον εαυτό της. «Οι Ευρωπαϊκές Χρηματοπιστωτικές Διασυνδέσεις», ένα πρόσφατο έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ, αποκαλύπτει ότι το 2008, η Γερμανία ήταν ο ένας από τους δύο μεγαλύτερους καθαρούς πιστωτές εντός της ευρωζώνης (μετά τη Γαλλία). Η θετική θέση της ήταν η μια πλευρά του καθρέφτη, αφού η άλλη αποτύπωνε την αρνητική θέση της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, της Ιταλίας, και της Ισπανίας. Φυσικά, καθώς η χρηματοπιστωτική κρίση άρχισε να κλιμακώνεται το 2009, η Γερμανία έκλεισε απότομα το πορτοφόλι της. Τώρα η περιφέρεια της Ευρώπης χρειάζεται μακροπρόθεσμα δάνεια περισσότερο από ποτέ, αλλά η ενθουσιώδης προδιάθεση της Γερμανίας για επέκταση των πιστώσεων φαίνεται πως έχει δεν υπάρχει πια.
Και τι γίνεται με το τρίτο δημόσιο αγαθό, τις σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες; Εξ ορισμού, το ευρώ δίνει στις χώρες που επιλέγουν να συμμετάσχουν σ’ αυτό μια κοινή διεθνή διακύμανση, την αξιοπιστία που συνοδεύει η συμμετοχή σ’ ένα δυνητικά παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, καθώς και την πιστοληπτική ικανότητα των ισχυρότερων μελών της. Τα προαναφερθέντα ισχύουν μεν αλλά αποτελούν παράλληλα και τη πηγή του προβλήματος. Στον πυρήνα της ευρωζώνης βρίσκεται η πεποίθηση ότι, αν οι χώρες ακολουθήσουν ένα σύνολο κανόνων σχετικά με το πόσο χρέος, έλλειμμα και πληθωρισμό μπορούν να έχουν, οι οικονομίες τους θα συγκλίνουν και η ίδια συναλλαγματική ισοτιμία θα λειτουργεί θετικά για όλα τα κράτη - μέλη. Αυτό ισχύει στη θεωρία, αλλά μόνο εφ’ όσον οι χώρες τηρούν τους κανόνες. Και, παρά το γεγονός ότι η Γερμανία είναι ο συγγραφέας πολλών από αυτούς τους κανόνες, η ίδια παρουσίασε εκπληκτική έλλειψη ηγεσίας και ευθύνης όταν έπρεπε να τους τηρήσει. Όταν έσπασε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) το 2003, έστειλε το μήνυμα προς τις μικρότερες χώρες ότι η δημοσιονομική ασωτία θα μένει ατιμώρητη. Το αποτέλεσμα ήταν αυξημένος δημόσιος δανεισμός και αύξηση των δημοσίων δαπανών. Τα ενθουσιώδη δάνεια της Γερμανίας προς την περιφέρεια απλά επιδείνωσαν το πρόβλημα.
Τέταρτον, η οικονομική ευρωστία απαιτεί ένα σταθεροποιητή για να συντονίσει τη μακροοικονομική πολιτική στο πλαίσιο του συστήματος. Στον τομέα αυτό, η Γερμανία απέτυχε θεαματικά, επιμένοντας ότι ο υπόλοιπος κόσμος πρέπει να ακολουθήσει την ιδιόρρυθμη ορντολιμπεραλική [4] οικονομική φιλοσοφία της για ανάπτυξη μέσω εξαγωγών. Με το να αγνοεί από μακρού χρόνου καθιερωμένες οικονομικές ιδέες, όπως το κεϋνσιανό «παράδοξο της λιτότητας» ή την «πλάνη της σύνθεσης», η Γερμανία τάσσεται υπέρ μια σοβαρής δόσης λιτότητας στην περιφέρεια της Ευρώπης, χωρίς να ενδιαφέρεται να αντισταθμίσει έστω κατ’ ελάχιστον τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις με το να προχωρήσει σε προγράμματα ανάκαμψης ή σε εγχώριες πληθωριστικές πολιτικές. Η γερμανική ανάπτυξη, άλλωστε, εν μέρει τροφοδοτήθηκε από τη ζήτηση στη Νότια Ευρώπη (που κατέστη δυνατή λόγω των υπερβολικών γερμανικών αποταμιεύσεων). Με την άκαμπτη λογική της ισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών, οι εξαγωγές μιας χώρας είναι οι εισαγωγές μιας άλλης και οι εισροές κεφαλαίων μιας χώρας είναι οι εκροές κεφαλαίων μιας άλλης. Έτσι, η ευρωζώνη ως σύνολο δεν μπορεί να μοιάσει περισσότερο στη Γερμανία. Μόνο, η Γερμανία μπορεί να είναι όπως η Γερμανία, επειδή οι υπόλοιπες χώρες δεν είναι. Η επιμονή στην ορντολιμπεραλική σύγκλιση εγγυάται οικονομική αστάθεια και όχι επίτευξη σταθερότητας.
Τέλος, ο Kindleberger θα επιθυμούσε η Γερμανία -ή, μάλλον η ΕΚΤ, η οποία κυριαρχείται από τη Γερμανία- να δρα ως ο δανειστής έσχατης καταφυγής, παρέχοντας ρευστότητα κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης. Η Γερμανία, αντιθέτως, επέμεινε στις προϋποθέσεις που έθεσε το ΔΝΤ για τις χώρες που έχρηζαν διάσωση και στα αυστηρά δημοσιονομικά μέτρα λιτότητας δίνοντας ως αντάλλαγμα περιορισμένη ρευστότητα. Απέτυχε κατ’ αυτόν τον τρόπο και στο τελευταίο προαπαιτούμενο του Kindleberger. Το πιο προφανές παράδειγμα είναι το γερμανικό πείσμα να μην αφήσει την ΕΚΤ να παίξει το ρόλο διαδραμάτισε η Federal Reserve στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2008 και το 2009. Με το να δανείζει αφειδώς, η Fed ήταν σε μεγάλο βαθμό σε θέση να συγκρατήσει τη πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών προς το κενό. Μόλις πριν από μια-δυο μέρες, ο Jens Weidmann, ο πρόεδρος της πανίσχυρης Bundesbank, της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας, απέρριψε κάθετα την ιδέα της χρήσης της ΕΚΤ ως «δανειστή έσχατης καταφυγής» για τις κυβερνήσεις, προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο «θα συνέβαλε στην αστάθεια με την παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας». Είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό πώς μία ακόμη παραβίαση του ευρωπαϊκού Δικαίου θα συμβάλλει σημαντικά στα ήδη φρικτά επίπεδα αστάθειας, όταν ο παραγκωνισμός της δημοκρατίας θεωρείται θετικός για το ευρώ.
Στο μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, το «Γερμανικό Πρόβλημα» -το γεγονός ότι η Γερμανία είναι πολύ ισχυρή, πολύ ικανή και πολύ δυναμική οικονομικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη- βασάνιζε την ευρωπαϊκή ελίτ. Η «χαλιναγώγηση της Γερμανίας» μέσω του ΝΑΤΟ και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θεωρήθηκε ως η λύση. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι γερμανική δύναμη αλλά η γερμανική αδυναμία - η απροθυμία της να αναλάβει ηγεμονικό ρόλο. Δεν είναι πολύ αργά για τη Γερμανία η αλλαγή πορείας. Ακόμα κι αν έχει επωφεληθεί γενναιόδωρα μέχρι στιγμής από τη σημερινή κατάσταση, θα πρέπει πλέον να συνειδητοποιήσει ότι αυτό το μοντέλο ήταν πάντα βασισμένο σε σαθρά θεμέλια, δεν μπορεί να γενικευθεί σε όλα τα κράτη και έχει φτάσει στα όρια της βιωσιμότητάς του. Εάν το ευρώ καταλήξει να καταρρεύσει -και η Ευρωπαϊκή Ένωση με αυτό- η Γερμανία θα είναι σαφώς σε πολύ χειρότερη θέση. Πολλές από τις αγορές της θα εξαφανιστούν, ενώ το νέο γερμανικό μάρκο θα πετάξει σε άγνωστα ύψος. Σε έναν τέτοιο κόσμο, το «παλιό» Γερμανικό Πρόβλημα θα επανέλθει στο επίκεντρο της «νέας» Ευρώπης.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Dean Acheson, κάποτε παρατήρησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχασε μια αυτοκρατορία αλλά ακόμη δεν βρήκε έναν ρόλο. Κατά κάποιον τρόπο, με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Γερμανία δημιούργησε κατά λάθος μια οικονομική αυτοκρατορία. Παίζει έναν ρόλο -εκείνο του ηγέτη και όχι του νομοθέτη- αλλά είναι σαφές ότι δεν το έχει συνειδητοποιήσει ακόμη.

Σημειώσεις
[1] Ο Eric John Ernest Hobsbawm γεννήθηκε το 1917 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και είναι μαρξιστής βρετανός ιστορικός, διανοούμενος και συγγραφέας. Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι The Age of Revolution: Europe 1789-1848, The Age of Capital: 1848-1875 και The Age of Empire: 1875-1914.
[2] Ο Andrew Mellon (1855-1937) ήταν αμερικανός τραπεζίτης, βιομήχανος, ευεργέτης και συλλέκτης έργων τέχνης. Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ (1921-1932) και ήταν υπέρμαχος της μείωσης των φόρων και της αύξησης της αποτελεσματικότητας του κράτους. Έγινε αντιπαθής στη Μεγάλη Ύφεση, γιατί συμβούλεψε τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Χέρμπερτ Χούβερ να αφήσει να ρευστοποιηθούν τα πάντα, διότι «έτσι θα φύγει ό, τι σάπιο υπάρχει στο σύστημα». Πίστευε ότι με την επαναρρύθμιση των αξιών η κοινωνία θα λειτουργούσε σε πιο αποτελεσματικές και ηθικές βάσεις. Πρότεινε την περικοπή των δημοσίων δαπανών και την αποφυγή οποιωνδήποτε προγραμμάτων αναζωογόνησης της οικονομίας.
[3] Ο Charles P. Kindleberger (1910-2003) ήταν αμερικανός οικονομολόγος και συγγραφέας περισσότερων από 30 βιβλίων. Εχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την δημιουργία «φουσκών» στα χρηματιστήρια και την οικονομία και δημιούργησε τη Θεωρία της Ηγεμονικής Σταθερότητας, με βάση την οποία η διεθνής σταθερότητα επιτυγχάνεται ευκολότερα, όταν υπάρχει ένα ηγεμονικό κράτος, το οποίο ασκεί την ηγεμονία του μέσω της διπλωματίας, της πειθούς και της σύγκλισης.
[4] Ο ορντολιμπεραλισμός είναι μια σχολή του φιλελευθερισμού που εστιάζει στην ανάγκη για ένα κράτος να παράγει αποτελέσματα μέσα στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς πολύ κοντά στις θεωρητικές του δυνατότητες. Το κράτος οφείλει να δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για την οικονομία και να επιβάλλει υγιή επίπεδα ανταγωνισμού που ταιριάζουν στις αρχές της αγοράς. Το κράτος δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει σε τίποτε άλλο εκτός της δημοσιονομικής λειτουργίας. Η Κεντρική τράπεζα θα αναλαμβάνει τη νομισματική σταθερότητα και τον έλεγχο του πληθωρισμού, ενώ οι εργοδότες και τα συνδικάτα τη μακροοικονομική πολιτική. Αυτή η θεωρία αναπτύχθηκε από γερμανούς οικονομολόγους όπως οι Walter Eucken, Franz Böhm, Hans Grossmann-Doerth και Leonhard Miksch μεταξύ 1930 και 1950. Το όνομα της θεωρίας αυτής προέκυψε από το όνομα μιας ακαδημαϊκής επιθεώρησης «ORDO» και του φιλελευθερισμού (liberalism).

Matthias Matthijs και Mark Blyth, 22-11-2011, Foreign Affairs Hellenic Edition