Η ψευδαίσθηση της γεωπολιτικής

Η ψευδαίσθηση της γεωπολιτικής
Η διαρκής δύναμη της φιλελεύθερης τάξης
Του G. John Ikenberry
O Walter Russell Mead απεικονίζει ένα ταραχώδες πορτρέτο της δυσχερούς γεωπολιτικής κατάστασης των Η.Π.Α. Σύμφωνα με την οπτική του, μια όλο και περισσότερο ανταγωνιστική συμμαχία από ανελεύθερες δυνάμεις - Κίνα, Ιράν και Ρωσία - είναι αποφασισμένη να αναιρέσει το μετα-ψυχροπολεμικό σκηνικό και την κυριαρχία των ΗΠΑ στην παγκόσμια τάξη που υπάρχει πίσω από αυτό. Ισχυρίζεται, πως σε ολόκληρη την Ευρασία αυτά τα καταπιεσμένα κράτη κλίνουν στην οικοδόμηση σφαιρών επιρροής, ώστε να απειλήσουν τα θεμέλια της αμερικανικής ηγεσίας και της παγκόσμιας τάξης. Επομένως, οι ΗΠΑ πρέπει να επανεξετάσουν τον οπτιμισμό τους, συμπεριλαμβανομένης και της μετα-ψυχροπολεμικής τους πεποίθησης ότι τα ανερχόμενα μη Δυτικά κράτη μπορούν να πεισθούν να ενωθούν με την Δύση και να προσαρμοστούν στους κανόνες του παιχνιδιού της. Για τον Mead, είναι η ώρα να αντιμετωπιστούν οι απειλές από τους ολοένα και πιο επικίνδυνους γεωπολιτικούς εχθρούς.

Η κινδυνολογία, όμως, του Mead, είναι βασισμένη σε μια κολοσσιαία εσφαλμένη ανάγνωση της πραγματικότητας των σύγχρονων δυνάμεων. Είναι μια εσφαλμένη ανάγνωση της λογικής και του χαρακτήρα της υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης, η οποία είναι πιο σταθερή και επεκτεινόμενη από όσο την παρουσιάζει ο Mead, οδηγώντας τον να υπερεκτιμήσει την δυνατότητα του «άξονα των κανθάρων» να την υπονομεύσει. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια εσφαλμένη ανάγνωση της Κίνας και της Ρωσίας, οι οποίες δεν είναι πλήρως ρεβιζιονιστικές δυνάμεις αλλά στην καλύτερη υπονομευτές μερικής απασχόλησης, με τόση καχυποψία για τον έξω κόσμο όσο και μεταξύ τους. Πράγματι, αναζητούν ευκαιρίες για να αντισταθούν στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία, και πρόσφατα, όπως και στο παρελθόν, έχουν αντιδράσει σ’ αυτήν, ειδικότερα όταν την έχουν αντιμετωπίσει στην περιοχή τους. Ακόμη όμως, και αυτές οι διαμάχες τροφοδοτούνται κυρίως από αδυναμία - των αρχηγών και των καθεστώτων τους - παρά από δύναμη. Δεν έχουν κάποιο ελκυστικό σήμα. Κι όταν πρόκειται για κύρια συμφέροντά τους, η Ρωσία και, ιδιαίτερα, η Κίνα είναι βαθιά ενσωματωμένες στην παγκόσμια οικονομία και τους διακυβερνητικούς της θεσμούς.
Ο Mead επίσης, χαρακτηρίζει λανθασμένα την ώθηση της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Από το τέλος τού Ψυχρού Πολέμου, ισχυρίζεται, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αγνοήσει γεωπολιτικά ζητήματα στα οποία εμπλέκονται εδάφη και σφαίρες επιρροής και αντίθετα έχουν υιοθετήσει μια υπεραισιόδοξη έμφαση -τύπου «Πολυάννας»- στην οικοδόμηση της παγκόσμιας τάξης. Είναι, όμως, μια λανθασμένη διαίρεση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επικεντρώνονται σε ζητήματα διεθνούς τάξεως, όπως στον έλεγχο των εξοπλισμών και το εμπόριο, καθώς υποθέτουν ότι η γεωπολιτική σύγκρουση έχει εξαφανιστεί για πάντα. Αναλαμβάνουν τέτοιες προσπάθειες, ακριβώς επειδή θέλουν να διαχειριστούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η οικοδόμηση της τάξης δεν ορίζει και το τέλος της γεωπολιτικής, αλλά έχει να κάνει με το πώς θα απαντηθούν τα μεγάλα ερωτήματα της γεωπολιτικής.
Πράγματι, η δημιουργία μιας διεθνούς τάξης υπό την αμερικανική ηγεσία δεν ξεκίνησε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου: κέρδισε τον πόλεμο. Στα σχεδόν 70 χρόνια από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ουάσινγκτον έχει αναλάβει συνεχείς προσπάθειες οικοδόμησης ενός εκτεταμένου συστήματος αποτελούμενου από πολυμερείς θεσμούς, συμμαχίες, εμπορικές συμφωνίες και πολιτικές συνεργασίες. Το σχέδιο αυτό έχει βοηθήσει να συνταχθούν χώρες στην τροχιά των Ηνωμένων Πολιτειών. Βοήθησε να ισχυροποιηθούν διεθνείς νόρμες και κανόνες που υποσκάπτουν την νομιμότητα των σφαιρών επιρροής του 19ου αιώνα, τις προσπάθειες για περιφερειακή κυριαρχία και τις εδαφικές οικειοποιήσεις. Έτσι προσέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες τις δυνατότητες, τις συνεργασίες, και τις αρχές για να αντιμετωπίσουν τις σημερινές ανταγωνιστικές και ρεβιζιονιστικές δυνάμεις, όπως ακριβώς είναι. Συμμαχίες, συνεργασίες, πολυμέρεια, δημοκρατία - αυτά είναι τα όπλα της αμερικανικής ηγεσίας, και προς το παρόν κερδίζουν και δεν χάνουν τη μάχη του 21ου αιώνα στη γεωπολιτική και την παγκόσμια τάξη.
Ο ΕΥΓΕΝΗΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ
Το 1904, ο Άγγλος γεωγράφος Halford Mackinder έγραψε ότι η μεγάλη δύναμη που θα ελέγχει την ενδοχώρα της Ευρασίας θα ήλεγχε και το «Παγκόσμιο Νησί» κι άρα τον ίδιο τον κόσμο. Σύμφωνα με τον Mead, η Ευρασία επέστρεψε ως το μεγάλο έπαθλο της γεωπολιτικής. Σε όλη την έκταση αυτής της υπερ-ηπείρου, διατείνεται, η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία αναζητούν να εγκαθιδρύσουν τις σφαίρες επιρροής τους και να προκαλέσουν τα αμερικανικά συμφέροντα προσπαθώντας, αργά αλλά ασταμάτητα, να κυριαρχήσουν στην Ευρασία κι έτσι απειλούν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον υπόλοιπο κόσμο.
Αυτή η εικόνα παραλείπει την βαθύτερη αλήθεια. Σε γεωπολιτικά θέματα (για να μην αναφέρουμε δημογραφικά στοιχεία, πολιτικές και ιδέες), οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα απέναντι στην Κίνα, το Ιράν και τη Ρωσία. Μολονότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κατεβούν από την κορυφή της ηγεμονίας που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια της μονοπολικής εποχής, η δύναμή τους είναι ακόμη ασυναγώνιστη. Ο πλούτος και τα τεχνολογικά τους πλεονεκτήματα παραμένουν πολύ μακριά για την Κίνα και τη Ρωσία, για να μην αναφερθούμε στο Ιράν. Η οικονομία που ανακάμπτει, ενισχυμένη από νέους τεράστιους πόρους φυσικού αερίου, επιτρέπει τη διατήρηση μιας παγκόσμιας στρατιωτικής παρουσίας κι αξιοπιστίας στις δεσμεύσεις ασφαλείας.
Πράγματι, η Ουάσινγκτον απολαμβάνει μια μοναδική ικανότητα να κερδίζει φίλους και να επηρεάζει κράτη. Σύμφωνα με μια μελέτη με επικεφαλής τον πολιτικό επιστήμονα Brett Ashley Leeds, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να περηφανεύονται για τη στρατιωτική συνεργασία τους με περισσότερες από 60 χώρες, όταν η Ρωσία μετρά οκτώ επίσημους συμμάχους και η Κίνα μονάχα έναν (τη Βόρεια Κορέα). Όπως ένας Βρετανός διπλωμάτης μου είπε αρκετά χρόνια πριν, «Η Κίνα δε φαίνεται να κάνει συμμαχίες». Οι Ηνωμένες Πολιτείες όμως κάνουν, κι απολαμβάνουν διπλό κέρδος: όχι μόνο οι συμμαχίες τους παρέχουν μια παγκόσμια πλατφόρμα για την προβολή της αμερικανικής ισχύος αλλά επίσης διανέμουν τα βάρη της παροχής ασφαλείας. Οι στρατιωτικές δυνατότητες που συσσωρεύονται σε αυτό το συμμαχικό σύστημα με επικεφαλής τις ΗΠΑ υπερτερούν από οτιδήποτε η Κίνα ή η Ρωσία μπορούν να δημιουργήσουν στις ερχόμενες δεκαετίες.
Ύστερα, υπάρχουν τα πυρηνικά όπλα. Αυτοί οι εξοπλισμοί, τους οποίους κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ρωσία (και επιδιώκει το Ιράν), βοηθούν τις Ηνωμένες Πολιτείες με δύο τρόπους. Πρώτον, χάρη στην λογική της αμοιβαίας σίγουρης καταστροφής, μειώνουν δραστικά την πιθανότητα πολέμου μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Τέτοιου είδους αναταραχές έχουν δώσει ευκαιρίες σε παρελθοντικές μεγάλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων και των Ηνωμένων Πολιτειών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να εδραιώσουν τις δικές τους διεθνείς τάξεις. Η ατομική εποχή έχει στερήσει την Κίνα και τη Ρωσία από αυτή την ευκαιρία. Δεύτερον, τα πυρηνικά όπλα καθιστούν την Κίνα και τη Ρωσία πιο ασφαλείς, παρέχοντάς τους σιγουριά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δε θα εισβάλλουν ποτέ. Αυτό είναι θετικό, γιατί μειώνει την πιθανότητα ότι θα καταφύγουν σε απεγνωσμένες κινήσεις, γεννημένες από ανασφάλεια, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν πόλεμο και να υπονομεύουν τη φιλελεύθερη τάξη.
Η γεωγραφία ενισχύει κι άλλα πλεονεκτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ως η μόνη μεγάλη δύναμη μη περικυκλωμένη από άλλες μεγάλες δυνάμεις, η χώρα έχει εμφανιστεί λιγότερο απειλητική προς άλλα κράτη και ήταν ικανή να ενισχυθεί εντυπωσιακά κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα χωρίς να πυροδοτήσει πόλεμο. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η παγκόσμια υπερδύναμη, άλλες καθολικές δυνάμεις, ωκεανούς μακριά, δεν δοκίμασαν καν να ισορροπήσουν εναντίον τους. Πράγματι, η γεωγραφική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει οδηγήσει άλλες χώρες να ανησυχούν περισσότερο για την εγκατάλειψη από αυτές παρά για την κυριαρχία τους. Σύμμαχοι στην Ευρώπη, την Ασία και τη Μέση Ανατολή έχουν αναζητήσει να τραβήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στο να παίξουν έναν μεγαλύτερο ρόλο στις περιοχές τους. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ο ιστορικός Geir Lundestad ονόμασε «αυτοκρατορία μέσω πρόσκλησης».
Το γεωγραφικό πλεονέκτημα των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται πλήρως στην Ασία. Οι περισσότερες χώρες βλέπουν την Κίνα ως τον μεγαλύτερο πιθανό κίνδυνο - λόγω της εγγύτητάς της, αν μη τι άλλο - αντί τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάθε μεγάλη δύναμη στον κόσμο ζει σε μία πολυπληθή γεωπολιτική γειτονιά, όπου οι μετατοπίσεις ισχύος προκαλούν συνήθως αντισταθμίσεις - συμπεριλαμβανομένων των μεταξύ τους αντισταθμίσεων. Η Κίνα ανακαλύπτει αυτήν την δυναμική σήμερα, καθώς τα γειτονικά κράτη αντιδρούν στην ανάδυσή της με το να εκσυγχρονίζουν τους στρατούς τους και να ενισχύουν τις συμμαχίες τους. Η Ρωσία το γνωρίζει εδώ και δεκαετίες, και το έχει αντιμετωπίσει πρόσφατα στην Ουκρανία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες και ζήτησε στενότερους δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η γεωγραφική απομόνωση έχει προσφέρει ακόμη στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγο για να υπερασπίσουν καθολικές αξίες, που τους επιτρέπουν την πρόσβαση σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η χώρα έχει από καιρό προωθήσει την πολιτική των ανοιχτών θυρών και τις αρχές της αυτοδιάθεσης και έχει αντιταχθεί στην αποικιοκρατία - λιγότερο από αίσθημα ιδεαλισμού και κυρίως για τον πρακτικό λόγο να διατηρηθούν η Ευρώπη, η Ασία και η Μέση Ανατολή ανοιχτές για το εμπόριο και τη διπλωματία. Στα τέλη του 1930, το κύριο ερώτημα που αντιμετώπιζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν το πόσο μεγάλος θα έπρεπε να είναι ένας γεωπολιτικός χώρος ή «μέγας χώρος» μιας μεγάλης δύναμης σε έναν κόσμο αυτοκρατοριών, περιφερειακών μπλοκ και σφαιρών επιρροής. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έκανε την απάντηση ξεκάθαρη: η ευημερία κι η ασφάλεια της χώρας εξαρτάτο από την πρόσβαση σε κάθε περιοχή. Και στις δεκαετίες που ακολούθησαν, με κάποιες σημαντικές κι επιζήμιες εξαιρέσεις, όπως το Βιετνάμ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενστερνιστεί τις μετα-αυτοκρατορικές αξίες.
Ήταν κατά τη διάρκεια αυτών των μεταπολεμικών χρόνων που συνέκλιναν η γεωπολιτική κι η οικοδόμηση της τάξης. Η απάντηση ήταν ένα διεθνές φιλελεύθερο πλαίσιο, το οποίο πολιτικοί, όπως οι Dean Acheson, ο George Kennan και ο George Marshall, προσέφεραν απέναντι στην πρόκληση του σοβιετικού επεκτατισμού. Το σύστημα που έχτισαν εμπλούτισε κι ενδυνάμωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, εις βάρος των ανελεύθερων αντιπάλων τους. Σταθεροποίησε επίσης την παγκόσμια οικονομία κι εγκαθίδρυσε μηχανισμούς αντιμετώπισης των καθολικών προβλημάτων. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν άλλαξε την λογική πίσω από αυτό το σχέδιο.
Ευτυχώς, οι φιλελεύθερες αξίες που έχει προωθήσει η Ουάσινγκτον, απολαμβάνουν σχεδόν καθολική αποδοχή, γιατί τείνουν να είναι συμβατές με τις εκσυγχρονιστικές δυνάμεις της οικονομικής μεγέθυνσης και της κοινωνικής ανάπτυξης. Όπως το έχει θέσει ο ιστορικός Charles Maier, οι Ηνωμένες Πολιτείες σέρφαραν στο κύμα του εκσυγχρονισμού του 20ού αιώνα. Αλλά κάποιοι υποστήριξαν ότι αυτή η αντιστοιχία μεταξύ του αμερικανικού σχεδίου και των δυνάμεων του νεωτερισμού έχει αποδυναμωθεί τα τελευταία χρόνια. Η οικονομική κρίση τού 2008, συνεχίζει αυτό το σκεπτικό, ήταν το σημείο καμπής στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν τον πρωτοπόρο ρόλο τους στην διευκόλυνση της οικονομικής προόδου.
Ακόμα κι αν αυτό ήταν αληθές, δύσκολα προκύπτει ότι η Κίνα και η Ρωσία έχουν αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως εκπρόσωποι της παγκόσμιας οικονομίας. Ακόμη και ο Mead δεν διατείνεται ότι η Κίνα, το Ιράν ή η Ρωσία προσφέρουν ένα νέο μοντέλο νεωτερισμού στον κόσμο. Αν αυτές οι ανελεύθερες δυνάμεις απειλήσουν πραγματικά την Ουάσινγκτον και τον υπόλοιπο φιλελεύθερο καπιταλιστικό κόσμο, τότε θα πρέπει να βρουν και να εκμεταλλευτούν το επόμενο μεγάλο κύμα του εκσυγχρονισμού. Είναι μάλλον απίθανο να το κάνουν αυτό.
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Το όραμα του Mead για ένα συναγωνισμό για την Ευρασία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, του Ιράν και της Ρωσίας παραλείπει την βαθύτερη μετάβαση ισχύος που βρίσκεται υπό εξέλιξη: την αυξανόμενη υπεροχή της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας. Σίγουρα, πολλές φιλελεύθερες δημοκρατίες παλεύουν επί του παρόντος με την αργή οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ανισότητα και την πολιτική αστάθεια. Η διάδοση, όμως, της φιλελεύθερης δημοκρατίας ανά τον κόσμο, που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας τού 1970 κι επιταχύνθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, έχει ενισχύσει θεαματικά τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ περιόρισε τον γεωπολιτικό κύκλο γύρω από την Κίνα και τη Ρωσία.
Είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς πόσο σπάνια ήταν κάποτε η φιλελεύθερη δημοκρατία. Μέχρι τον 20ό αιώνα ήταν περιορισμένη στη Δύση και σε τμήματα της Λατινικής Αμερικής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, άρχισε να διαδίδεται πέρα από αυτές τις περιοχές, καθώς νέα ανεξαρτητοποιημένα κράτη εγκαθίδρυσαν την αυτοκυριαρχία τους. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1950, 1960 και την αρχή της δεκαετίας του 1970 στρατιωτικά πραξικοπήματα και νέοι δικτάτορες έβαλαν φρένο στις δημοκρατικές μεταβάσεις. Όμως, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αυτό που ο πολιτικός επιστήμονας Samuel Huntington ονόμασε «το τρίτο Κύμα» του εκδημοκρατισμού απλώθηκε στη νότια Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, και την ανατολική Ασία. Τότε τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, και μια ομάδα από πρώην κομμουνιστικά κράτη στην ανατολική Ευρώπη εισήχθησαν στο δημοκρατικό πλαίσιο. Στα τέλη του 1990, το 60% όλων των κρατών είχαν γίνει δημοκρατίες.
Αν κι έχει προκύψει κάποια οπισθοδρόμηση, η πιο σημαντική τάση ήταν η εμφάνιση μιας ομάδας δημοκρατικών μεσαίων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας, της Βραζιλίας, της Ινδίας, της Ινδονησίας, του Μεξικό, της Βόρειας Κορέας και της Τουρκίας. Αυτές οι αναδυόμενες δημοκρατίες δρουν σαν μέτοχοι στο διεθνές σύστημα: πιέζουν για πολυμερή συνεργασία, αναζητώντας περισσότερα δικαιώματα και ευθύνες, κι ασκώντας επιρροή με ειρηνικά μέσα.
Οι χώρες αυτές προσφέρουν στη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη νέο γεωπολιτικό βάρος. Όπως έχει παρατηρήσει ο πολιτικός επιστήμονας Larry Diamond, αν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ινδία, η Ινδονησία, η Νότια Αφρική και η Τουρκία επανακτήσουν τον οικονομικό τους βηματισμό και ενισχύσουν τη δημοκρατική εξουσία τους, η ομάδα G-20, η οποία περιλαμβάνει επίσης τις Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκές χώρες, «θα έχει γίνει μια ισχυρή «ομάδα δημοκρατιών», αφήνοντας εκτός μόνο τη Ρωσία, την Κίνα, και τη Σαουδική Αραβία». Η άνοδος μιας παγκόσμιας μεσαίας τάξης δημοκρατικών κρατών έχει μετατρέψει την Κίνα και τη Ρωσία σε ακραίες περιπτώσεις - όχι, όπως φοβάται ο Mead, νομιμοποιημένους ανταγωνιστές για την παγκόσμια ηγεσία.
Στην πραγματικότητα, η δημοκρατική έξαρση υπήρξε βαθιά προβληματική και για τις δύο χώρες. Στην Ανατολική Ευρώπη, πρώην σοβιετικά κράτη και δορυφόροι έχουν γίνει δημοκρατικά κι ενώθηκαν με τη Δύση. Όσο ανησυχητικές κι αν ήταν οι κινήσεις του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στην Κριμαία, αντανακλούν τη γεωπολιτική ευπάθεια της Ρωσίας κι όχι τη δύναμή της. Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, η Δύση έχει μετακινηθεί πιο κοντά στα σύνορα της Ρωσίας. Το 1999, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία και η Πολωνία εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ. Σε αυτές προστέθηκαν το 2004 επτά πρώην μέλη του Σοβιετικού μπλοκ, και το 2009, η Αλβανία και η Κροατία. Εν τω μεταξύ, έξι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες κατευθύνθηκαν προς την ιδιότητα του μέλους συμμετέχοντας στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ «Συνεργασία για την Ειρήνη». Ο Mead δίνει μεγάλη έμφαση στα επιτεύγματα του Πούτιν στη Γεωργία, την Αρμενία και την Κριμαία. Ωστόσο, ακόμα κι αν ο Πούτιν κερδίζει κάποιες μικρές μάχες, χάνει τον πόλεμο. Η Ρωσία δεν είναι σε άνοδο. Αντιθέτως, βιώνει μια από τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές συστολές από κάθε άλλη μεγάλη δύναμη στη σύγχρονη εποχή.
Η δημοκρατία περικυκλώνει επίσης την Κίνα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Ινδία και η Ιαπωνία ήταν οι μόνες ασιατικές δημοκρατίες, αλλά από τότε, η Ινδονησία, η Μογγολία, οι Φιλιππίνες, η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν και η Ταϊλάνδη έχουν προσχωρήσει σε αυτή την ομάδα. Η Μιανμάρ (ονομάζεται αλλιώς και Βιρμανία) έχει κάνει προσεκτικά βήματα προς η πολυκομματική εξουσία - βήματα που έχουν γίνει, όπως η Κίνα δεν παρέλειψε να παρατηρήσει, σε συνδυασμό με την καλυτέρευση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Κίνα ζει τώρα σε μια αναμφισβήτητα δημοκρατική γειτονιά.
Αυτές οι πολιτικές αλλαγές έχουν θέσει την Κίνα και τη Ρωσία σε άμυνα. Σκεφθείτε τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ουκρανία. Τα οικονομικά και πολιτικά ρεύματα στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας ρέουν αναπόδραστα προς τη Δύση, μια τάση που τρομοκρατεί τον Πούτιν. Η μοναδική του διέξοδος ήταν να επιβάλλει τη θέλησή του στην Ουκρανία να αντισταθεί στην ΕΕ και να παραμείνει στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Αν και μπορεί να είναι σε θέση να κρατήσει την Κριμαία υπό ρωσικό έλεγχο, ο έλεγχος στην υπόλοιπη χώρα του διαφεύγει. Όπως έχει σημειώσει ο διπλωμάτης της Ε.Ε. Ρόμπερτ Κούπερ, ο Πούτιν μπορεί να προσπαθήσει να καθυστερήσει τη στιγμή που η Ουκρανία «θα προσεταιριστεί την ΕΕ, αλλά δεν μπορεί να τη σταματήσει». Πράγματι, ο Πούτιν μπορεί να μην είναι καν σε θέση να το επιτύχει αυτό, αφού οι προκλητικές του κινήσεις μπορεί να χρησιμεύουν μόνο για την επιτάχυνση της κίνησης της Ουκρανίας προς την Ευρώπη.
Η Κίνα αντιμετωπίζει μια παρόμοια κατάσταση στην Ταϊβάν. Οι Κινέζοι ηγέτες πιστεύουν ειλικρινά ότι η Ταϊβάν αποτελεί τμήμα της Κίνας, αλλά οι Ταϊβανέζοι δεν το πιστεύουν. Η δημοκρατική μετάβαση στο νησί έχει κάνει τις αξιώσεις των κατοίκων του σχετικά με την ανεξαρτησία τους πιο έντονα αισθητές και νομιμοποιημένες. Μια έρευνα το 2011 διαπίστωσε ότι, εάν οι Ταϊβανέζοι μπορούσαν να είναι σίγουροι ότι η Κίνα δεν θα επιτεθεί στην Ταϊβάν, το 80% από αυτούς θα υποστήριζαν την κήρυξη της ανεξαρτησίας της. Όπως η Ρωσία, έτσι κι η Κίνα θέλει τον γεωπολιτικό έλεγχο της γειτονιάς της. Όμως, η διάδοση της δημοκρατίας σε όλες τις γωνιές της Ασίας έχει καταστήσει την παλιομοδίτικη κυριαρχία ως τον μόνο τρόπο για να επιτευχθεί αυτό, κι η επιλογή αυτή είναι δαπανηρή και αυτοκαταστροφική.
Ενώ η άνοδος των δημοκρατικών κρατών καθιστά την κατάσταση δυσκολότερη για την Κίνα και τη Ρωσία, κάνει τον κόσμο ασφαλέστερο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτές οι δύο δυνάμεις μπορεί να λογίζονται ως αμερικανικοί ανταγωνιστές, αλλά ο ανταγωνισμός λαμβάνει χώρα σε ένα πολύ άνισο πεδίο ανταγωνισμού: οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τους περισσότερους φίλους, και επίσης τους πιο ικανούς. Η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοί της αντιπροσωπεύουν το 75% των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών. Ο εκδημοκρατισμός έχει θέσει την Κίνα και τη Ρωσία σε ένα γεωπολιτικό κουτί.
Το Ιράν δεν είναι περιτριγυρισμένο από δημοκρατίες, αλλά απειλείται από ένα ανήσυχο εγχώριο κίνημα υπέρ της δημοκρατίας. Πιο σημαντικό δε είναι ότι το Ιράν είναι το πιο αδύναμο μέλος του άξονα του Mead, με πολύ μικρότερη οικονομία και στρατό σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις άλλες μεγάλες δυνάμεις. Επίσης, είναι ο στόχος του ισχυρότερου διεθνούς καθεστώτος κυρώσεων που οικοδομήθηκε ποτέ, με τη βοήθεια και της Κίνας και της Ρωσίας. Η διπλωματία της κυβέρνησης Ομπάμα στο Ιράν μπορεί να πετύχει ή και να μην πετύχει, αλλά δεν είναι σαφές τι θα έκανε ο Mead διαφορετικά για να αποτρέψει το Ιράν από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Η προσέγγιση του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, έχει την αρετή της προσφοράς στην Τεχεράνη μιας διαδρομής που, αν την ακολουθήσει, μπορεί να μετατραπεί από μια εχθρική περιφερειακή δύναμη σε ένα πιο εποικοδομητικό, μη-πυρηνικό μέλος της διεθνούς κοινότητας - ένας δυνητικό παιχνίδι γεωπολιτικής αλλαγής που ο Mead αποτυγχάνει να εκτιμήσει.
ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΥ
Ο Mead όχι μόνο υποτιμά τη δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών και την τάξη που οικοδόμησαν. Υπερεκτιμά επίσης τον βαθμό στον οποίο αμφότερες η Κίνα και η Ρωσία προσπαθούν να αντισταθούν. (Εκτός από τις πυρηνικές του φιλοδοξίες, το Ιράν μοιάζει με ένα κράτος εμπλεκόμενο περισσότερο σε μάταιη διαμαρτυρία παρά σε πραγματική αντίσταση, γι’ αυτό και δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως τίποτα κοντινό σε ρεβιζιονιστική δύναμη). Χωρίς αμφιβολία, η Κίνα και η Ρωσία επιθυμούν μεγαλύτερη περιφερειακή επιρροή. Η Κίνα προβάλλει επιθετικές αξιώσεις για θαλάσσια δικαιώματα και σε κοντινά διαμφισβητούμενα νησιά, ενώ έχει ξεκινήσει μια συσσώρευση όπλων. Ο Πούτιν έχει οράματα ανάκτησης της δεσπόζουσας θέσης της Ρωσίας στο «εγγύς εξωτερικό». Και οι δύο μεγάλες δυνάμεις τρομάζουν μπροστά στην ηγεσία των Η.Π.Α. κι αντιστέκονται, όταν μπορούν.
Αλλά η Κίνα κι η Ρωσία δεν είναι αληθινοί ρεβιζιονιστές. Όπως δήλωσε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών τού Ισραήλ, Shlomo Ben-Ami, η εξωτερική πολιτική του Πούτιν είναι «περισσότερο μια αντανάκλαση της δυσαρέσκειας της γεωπολιτικής περιθωριοποίησης της Ρωσίας παρά μια κραυγή μάχης από μια ανερχόμενη αυτοκρατορία». Η Κίνα, βέβαια, είναι μια πραγματικά ανερχόμενη δύναμη, κι αυτό δημιουργεί επικίνδυνο ανταγωνισμό με τους συμμάχους των Η.Π.Α. στην Ασία. Η Κίνα, όμως, δεν προσπαθεί επί του παρόντος να διαλύσει αυτές τις συμμαχίες ή να ανατρέψει το ευρύτερο σύστημα περιφερειακής διακυβέρνησης ασφαλείας που ενσωματώνεται στην Ένωση Χωρών της Νοτιο-ανατολικής Ασίας (Association of Southeast Asian Nations) και τη Σύνοδο Κορυφής της Ανατολικής Ασίας (East Asia Summit). Ακόμη κι αν η Κίνα υποκρύπτει φιλοδοξίες, ώστε τελικά να πράξει τοιουτοτρόπως, οι συνεργασίες ασφαλείας των Η.Π.Α. στην περιοχή, αν μη τι άλλο, δυναμώνουν αντί να αποδυναμώνονται. Στην καλύτερη περίπτωση, η Κίνα κι η Ρωσία είναι υπονομευτές. Δεν έχουν τα συμφέροντα - πόσο μάλλον τις ιδέες, τις ικανότητες ή τις συμμαχίες - που θα τις οδηγήσουν να ξαναστήσουν τους υπάρχοντες παγκόσμιους κανόνες και θεσμούς.
Στην πραγματικότητα, αν και αγανακτούν, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην κορυφή του σημερινού γεωπολιτικού συστήματος, ασπάζονται τη λογική του εν λόγω πλαισίου, και έχουν καλό λόγο. Η «ανοικτότητα» τους δίνει πρόσβαση στο εμπόριο, τις επενδύσεις και την τεχνολογία άλλων κοινωνιών. Οι κανόνες τους προσφέρουν εργαλεία για την προστασία της κυριαρχίας και των συμφερόντων τους. Παρά τις διαφωνίες σχετικά με τη νέα ιδέα της «ευθύνης για την προστασία» (η οποία έχει εφαρμοστεί μόνο επιλεκτικά), η τρέχουσα παγκόσμια τάξη κατοχυρώνει τα παλιά πρότυπα της κρατικής κυριαρχίας και της μη επέμβασης. Αυτές οι Βεστφαλιανές αρχές παραμένουν το θεμέλιο της παγκόσμιας πολιτικής - και η Κίνα κι η Ρωσία έχουν συνδέσει τα εθνικά τους συμφέροντα με αυτές (παρά τον ενοχλητικό αλυτρωτισμό του Πούτιν).
Δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι η Κίνα και η Ρωσία έχουν ενσωματωθεί βαθύτατα στην υπάρχουσα διεθνή τάξη. Κι οι δύο είναι μόνιμα μέλη τού Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με δικαίωμα βέτο, καθώς επίσης και οι δύο συμμετέχουν ενεργά στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα, και το G-20. Είναι γεωπολιτικά δικτυωμένες δυνάμεις, που κάθονται σε όλα τα ανώτερα τραπέζια της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Η Κίνα, παρά την ταχεία άνοδό της, δεν έχει καμία φιλόδοξη παγκόσμια ατζέντα. Παραμένει προσκολλημένη στο εσωτερικό της, στη διατήρηση της εξουσίας του κόμματος. Ορισμένοι Κινέζοι διανοούμενοι και πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο Yan Xuetong κι ο Zhu Chenghu, έχουν μια λίστα ρεβιζιονιστικών στόχων. Βλέπουν το Δυτικό σύστημα ως απειλή και περιμένουν την ημέρα που η Κίνα θα μπορεί να αναδιοργανώσει τη διεθνή τάξη. Αυτές όμως οι φωνές δεν φτάνουν πολύ βαθιά στην πολιτική ελίτ. Πράγματι, οι Κινέζοι ηγέτες έχουν απομακρυνθεί από τις προηγούμενες εκκλήσεις τους για σαρωτικές αλλαγές. Το 2007, κατά τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα αντικατέστησε προηγούμενες προτάσεις για μια «νέα διεθνή οικονομική τάξη» με εκκλήσεις για πιο μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις επικεντρωμένες στη δικαιοσύνη και την ίση μεταχείριση. Ο Κινέζος μελετητής Wang Jisi υποστήριξε ότι αυτή η κίνηση είναι «διακριτική αλλά σημαντική», μετατοπίζοντας τον προσανατολισμό της Κίνας προς την κατεύθυνση ενός παγκόσμιου αναμορφωτή. Η Κίνα θέλει πλέον αναβαθμισμένο ρόλο στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα, ισχυρότερη φωνή σε φόρουμ όπως το G-20, και ευρύτερη παγκόσμια χρήση του νομίσματός της. Αυτή δεν είναι μια ατζέντα μιας χώρας που προσπαθεί να αναθεωρήσει την οικονομική τάξη.
Η Κίνα κι η Ρωσία είναι επίσης μέλη με υπόληψη στην πυρηνική λέσχη. Το επίκεντρο της ψυχροπολεμικής διευθέτησης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης (και στην συνέχεια της Ρωσίας) ήταν μια κοινή προσπάθεια για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων. Αν και οι αμερικανο-ρωσικές σχέσεις έχουν επιδεινωθεί από τότε, η πυρηνική συνιστώσα της διευθέτησής τους έχει διατηρηθεί. Το 2010, η Μόσχα κι η Ουάσινγκτον υπέγραψαν τη νέα συνθήκη START, η οποία απαιτεί την αμοιβαία μείωση των πυρηνικών όπλων μεγάλου βεληνεκούς.
Πριν από τη δεκαετία του 1990, η Κίνα ήταν ένας πυρηνικός «αουτσάιντερ». Παρά το γεγονός ότι είχε ένα μέτριο οπλοστάσιο, έβλεπε τον εαυτό της ως την φωνή του μη-πυρηνικού αναπτυσσόμενου κόσμου κι επέκρινε συμφωνίες ελέγχου εξοπλισμών και πυρηνικών δοκιμών. Αλλά με μια αξιοσημείωτη στροφή, η Κίνα από τότε υποστηρίζει το σύνολο των πυρηνικών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης Μη Διασποράς των Πυρηνικών και της Συνθήκης για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών. Η Κίνα έχει επιβεβαιώσει το δόγμα της «μη πρώτης χρήσης», διατήρησε μικρό οπλοστάσιο, κι έθεσε ολόκληρη την πυρηνική της ένοπλη δύναμη εκτός επιφυλακής. Η Κίνα έχει επίσης διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη σύνοδο κορυφής για την πυρηνική ασφάλεια, μια πρωτοβουλία που προτάθηκε από τον Ομπάμα το 2009, κι έχει ενταχθεί στην «διαδικασία P5», μια συνεργατική προσπάθεια για τη διασφάλιση των πυρηνικών όπλων.
Σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, η Κίνα κι η Ρωσία ενεργούν περισσότερο σαν εδραιωμένες μεγάλες δυνάμεις παρά σαν ρεβιζιονιστικές. Συχνά επιλέγουν να αποφεύγουν την πολυμέρεια, αλλά το ίδιο, επίσης, περιστασιακά πράττουν κι οι Ηνωμένες Πολιτείες κι άλλες ισχυρές δημοκρατίες. (Το Πεκίνο έχει κυρώσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Ουάσιγκτον όχι). Και η Κίνα κι η Ρωσία χρησιμοποιούν παγκόσμιους κανόνες και θεσμούς για να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Οι αγωνίες τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες περιστρέφονται γύρω από την απόκτηση φωνής μέσα στην υπάρχουσα τάξη και τον χειρισμό της, ώστε να ταιριάζει στις ανάγκες τους. Επιθυμούν να ενισχύσουν τις θέσεις τους στο πλαίσιο του συστήματος, αλλά δεν προσπαθούν να το αντικαταστήσουν.
ΗΡΘΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ
Τελικά, ακόμη κι αν η Κίνα κι η Ρωσία προσπαθήσουν να αμφισβητήσουν τους βασικούς όρους της υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης, η περιπέτεια θα είναι τρομακτική κι αυτοκαταστροφική. Αυτές οι δυνάμεις δεν είναι μόνο εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα πρέπει επίσης να αντιπαλέψουν την πιο παγκόσμια οργανωμένη και πιο βαθιά κατοχυρωμένη τάξη που έχει ποτέ δει ο κόσμος, μια τάξη που κυριαρχείται από φιλελεύθερα, καπιταλιστικά και δημοκρατικά κράτη. Η τάξη αυτή υποστηρίζεται από το δίκτυο των συμμαχιών υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, των θεσμών, των γεωπολιτικών ευκαιριών, των πελατειακών κρατών και των δημοκρατικών συνεργασιών. Έχει αποδειχθεί ότι αυτή η τάξη είναι δυναμική κι επεκτατική, ενσωματώνοντας εύκολα αναδυόμενα κράτη, αρχής γενομένης με την Ιαπωνία και τη Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχει δείξει δυνατότητα για κοινή ηγεσία, όπως για παράδειγμα αυτών των φόρουμ όπως το G-8 και το G-20. Επέτρεψε σε αναδυόμενες μη-Δυτικές χώρες να εμπορεύονται και να αναπτύσσονται, μοιράζοντας τα μερίσματα του εκσυγχρονισμού. Έχει φιλοξενήσει μια εκπληκτικά μεγάλη ποικιλία πολιτικών κι οικονομικών μοντέλων - σοσιαλδημοκρατικό (Δυτική Ευρώπη), νεοφιλελεύθερο (Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες) και κρατικο-καπιταλιστικό (Ανατολική Ασία). Η ευημερία σχεδόν κάθε χώρας - κι η σταθερότητα της κυβέρνησής της - εξαρτώνται στην ουσία από αυτή την τάξη.
Στην εποχή της φιλελεύθερης τάξης, οι ρεβιζιονιστικές προσπάθειες αποτελούν μόνο το θέλημα ενός ανόητου. Πράγματι, η Κίνα κι η Ρωσία το γνωρίζουν αυτό. Δεν έχουν μεγαλειώδη οράματα μιας εναλλακτικής τάξης. Γι’ αυτούς, οι διεθνείς σχέσεις έχουν κυρίως να κάνουν με την αναζήτηση για εμπόριο και πόρους, την προστασία της εθνικής κυριαρχίας τους, και, όπου είναι δυνατόν, την περιφερειακή κυριαρχία. Δεν έχουν δείξει κανένα ενδιαφέρον για την κατασκευή δικής τους τάξης ή ακόμη και για την ανάληψη της πλήρους ευθύνης για την υπάρχουσα τάξη, ενώ δεν έχουν προσφέρει εναλλακτικά οράματα για την παγκόσμια οικονομική και πολιτική πρόοδο. Αυτό είναι ένα κρίσιμο μειονέκτημα, δεδομένου ότι οι διεθνείς τάξεις δημιουργούνται και διαλύονται όχι απλά από την δύναμη του κορυφαίου κράτους. Η επιτυχία τους εξαρτάται επίσης από το κατά πόσον εκλαμβάνονται ως νομιμοποιημένες και κατά πόσον η πραγματική τους λειτουργία λύνει τα προβλήματα που ενδιαφέρουν τόσο τα αδύναμα όσο και τα ισχυρά κράτη. Στον αγώνα για την παγκόσμια τάξη, η Κίνα κι η Ρωσία (και σίγουρα το Ιράν), απλά, δεν είναι στο παιχνίδι.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να εγκαταλείψουν τις προσπάθειές τους για την ενίσχυση της φιλελεύθερης τάξης. Ο κόσμος στον οποίο σήμερα κυριαρχεί η Ουάσινγκτον είναι ένας κόσμος που θα πρέπει να καλωσορίζει. Κι η μεγάλη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει είναι η αυτή που έχει ακολουθήσει εδώ και δεκαετίες: η βαθιά παγκόσμια δέσμευση. Πρόκειται για μια στρατηγική στην οποία οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες συνδέονται με τις περιοχές του κόσμου μέσω του εμπορίου, των συμμαχιών, των πολυμερών θεσμών, και της διπλωματίας. Πρόκειται για μια στρατηγική στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες καθιερώνουν την ηγεσία όχι μόνο μέσω της άσκησης της εξουσίας, αλλά και μέσω επίμονων προσπαθειών στην παγκόσμια επίλυση προβλημάτων και τη θέσπιση κανόνων. Δημιούργησαν έναν κόσμο που είναι φιλικός προς τα αμερικανικά συμφέροντα, και έχει γίνει φιλικός, επειδή, όπως είπε κάποτε ο πρόεδρος John F. Kennedy, είναι ένας κόσμος «όπου οι αδύναμοι είναι ασφαλείς κι οι ισχυροί είναι δίκαιοι».
Ο G. JOHN IKENBERRY είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Υποθέσεων στην έδρα Albert G. Milbank στο πανεπιστήμιο Πρίνστον και επισκέπτης καθηγητής στην έδρα George Eastman στο κολλέγιο Balliol στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Δημοσιευμένο στο: http://foreignaffairs.gr/ στις 05-09-2014