Η Άλωση του 1453 και η σημερινή πραγματικότητα, Νίκος Νικολούδης

Η Άλωση του 1453 και η σημερινή πραγματικότητα

Του Νίκου Νικολούδη

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, στις 29 Μαϊου 1453, έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως κοσμοϊστορικό γεγονός. Σήμερα όμως, μετά από 559 χρόνια, εξακολουθεί άραγε να έχει κάποιο νόημα για τον «μέσο άνθρωπο», πολύ περισσότερο μάλιστα για τον σύγχρονο «μέσο Έλληνα»; Και αν ναι, ποιο μπορεί να είναι αυτό; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να δοθούν με ένα απλό «ναι» ή «όχι», εάν βέβαια δεν θέλει κανείς να καταφύγει σε απλουστεύσεις.


Προτού αναλογιστούμε τι νόημα έχει η Άλωση για τον σημερινό άνθρωπο, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε τι σήμαινε για τους συγχρόνους της. Το 1453 το Βυζάντιο είχε εισέλθει σε μια αναπότρεπτη διαδικασία παρακμής, την οποία είχαν αντιληφθεί τόσο οι ίδιοι οι Βυζαντινοί, όσο και οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι μεταρρυθμιστικές απόψεις που διατύπωσαν ο Γεώργιος Γεμιστός - Πλήθων και ο μαθητής του Βησσαρίων προς τους δεσπότες του Μυστρά εξέφραζαν ακριβώς αυτή την επίγνωση, προσπαθώντας ταυτόχρονα να δημιουργήσουν το θεωρητικό υπόβαθρο για μια αναγέννηση του βυζαντινού κράτους. Από την άλλη πλευρά, κατά τις παραμονές της Άλωσης η διάσωση του Βυζαντίου θεωρείτο στη Δύση μια σχεδόν τελειωμένη υπόθεση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο γνωστός βυζαντινολόγος Ντόναλντ Νίκολ (στο έργο του: Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου), «η Κωνσταντινούπολη ήταν απομονωμένη και φαινόταν πολύ απομακρυσμένη από το μέτωπο [εννοεί των συγκρούσεων μεταξύ της Χριστιανοσύνης και του Ισλάμ]. Κανείς δεν μπορούσε πια να τη θεωρήσει πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας. Ήταν μια νησίδα χριστιανικού πολιτισμού γύρω από τα τείχη της οποίας πάφλαζαν τα νερά του Ισλάμ… Οι άνθρωποι ξεγελούσαν τον εαυτό τους με τη σκέψη ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν οχυρωμένη τόσο καλά, ώστε να είναι απόρθητη. Λίγοι όμως πίστευαν πραγματικά ότι η πλημμυρίδα του Ισλάμ ήταν δυνατό να οπισθοχωρήσει μέχρι τον Βόσπορο. Η ένωση της Φλωρεντίας [το 1439] συνετέλεσε τελικά στην περαιτέρω απομόνωση των Βυζαντινών από τον δυτικό κόσμο, τόσο πνευματικά όσο και φυσικά». Έτσι, παρά την εκτεταμένη συμμετοχή Δυτικών εθελοντών στο πλευρό των πολιορκημένων, η πτώση της Βασιλεύουσας θρηνήθηκε κυρίως ως καταστροφή ενός παγκόσμιου κέντρου των Γραμμάτων εκείνης της εποχής, ενώ η απώλειά της ως εμπορικού και του στρατηγικού ερείσματος της Δύσης αναπληρώθηκε σύντομα. Ορισμένοι μεταγενέστεροι λόγιοι και ιστορικοί, βέβαια, με το πλεονέκτημα της χρονικής απόστασης από την Άλωση, εκτίμησαν διαφορετικά τη σημασία της. Σύμφωνα με τον γνωστό Αυστριακό συγγραφέα και δοκιμιογράφο Στέφαν Τσβάιχ, «ο κρότος που έκανε πέφτοντας  [ενν. ο σταυρός της Αγίας Σοφίας, όταν τον γκρέμισαν οι Οθωμανοί] αντηχεί σ’ όλη την εκκλησία και πολύ μακρύτερα ακόμα. Με την πτώση του ανατριχιάζει ολόκληρη η Δύση… Η Ευρώπη βλέπει τρέμοντας πως με την ένοχη αδιαφορία της εισέβαλε στο έδαφός της μια δύναμη καταστροφική, μια δύναμη που θα παραλύσει την ισχύ της για πολλούς αιώνες» (στο έργο του: Οι μεγάλες ώρες της ανθρωπότητας). Αντίστοιχα, ο γνωστός Γάλλος βυζαντινολόγος Γουσταύος Σλουμπερζέ δήλωσε ότι «η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων τον Μάιον του 1453 είναι εν των μεγίστων συμβάντων της παγκοσμίου ιστορίας και έσχε τεραστίαν επίδρασιν επί τας τύχας της Ευρώπης» (στο έργο του: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων το 1453). Τέλος, ο διαπρεπής Σκωτσέζος μεσαιωνολόγος σερ Στήβεν Ράνσιμαν έγραψε, πιο επιγραμματικά: «Είναι αλήθεια ότι η χριστιανοσύνη κλονίστηκε βαθιά από την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως» (στο έργο του: Η άλωση της Κωνσταντινούπολης). Παρά τις ρομαντικές διατυπώσεις αυτών των επιφανών λογίων, πάντως, οι σύγχρονοί τους δεν διαπνέονταν από την ίδια συγκίνηση.

Από την άλλη πλευρά, για τον ελληνισμό οι συνέπειες της Άλωσης υπήρξαν πολύ πιο δραματικές, γι’ αυτό και αποτέλεσε το θέμα πολλών Θρήνων που συντάχθηκαν σχεδόν αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της. Η «ανάμνηση» της Άλωσης έμεινε ιδιαίτερα έντονη στο μαχόμενο τμήμα του υπόδουλου ελληνισμού, τους κλέφτες και τους αρματολούς. Αξίζει να υπενθυμίσουμε σχετικά τον διάλογο του Γέρου του Μοριά, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον Άγγλο ναύαρχο Χάμιλτον (επικεφαλής της αγγλικής ναυτικής μοίρας που ναυλοχούσε στα ελληνικά ύδατα) κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης: «Ο βασιλεύς μας [εννοώντας τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο] εσκοτώθη, καμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα». Όταν ο Χάμιλτον τον ρώτησε ποια ήταν η βασιλική φρουρά του και ποια τα φρούρια, ο Κολοκοτρώνης απάντησε: «Η φρουρά του βασιλέως μας, είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά».

Η Άλωση απέκτησε ένα νέο νόημα μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, στα πλαίσια της συγκρότησης μιας εθνικής ιστοριογραφίας. Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, σύμφωνα με την οποία «ουδεμία των ιστορικών καταστροφών απέβη τραγικοτέρα. Διότι δια της αλώσεως ταύτης δεν έπεσε μόνη η κυριευθείσα πόλις, δεν έπεσε μόνη η καταλυθείσα βασιλεία, αλλ’ επί χρόνον μακρόν επεσκιάσθη κόσμος ολόκληρος πραγμάτων και δογμάτων, ο κόσμος ο ελληνικός» (καταληκτική διατύπωση του 13ου βιβλίου της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους). Στο ίδιο πλαίσιο, η διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας, αν και νεφελώδης, είχε πάντοτε ως πυρήνα την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης και τον επαναπροσδιορισμό της ως πρωτεύουσας του ευρύτερου ελληνισμού. Είναι ενδιαφέρον όμως ότι στον ελληνισμό της ίδιας της Κωνσταντινούπολης, επιμέρους πτυχές της Άλωσης, όπως ο χώρος ταφής του σώματος του τελευταίου αυτοκράτορα, είχαν ήδη λησμονηθεί!

Η νοηματοδότηση της Άλωσης έφθασε στο απόγειό της τον Οκτώβριο του 1918, με τον θριαμβευτικό κατάπλου του θωρηκτού «Αβέρωφ» στην Κωνσταντινούπολη και τη διαφαινόμενη υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Η κατάρρευση όμως του μικρασιατικού μετώπου και η καταστροφή του 1922 έθεσαν απότομο τέλος στη Μεγάλη Ιδέα. Υπ’ αυτή την έννοια, σήμερα μόνο κάποιοι αθεράπευτα ρομαντικοί μπορεί να ονειρεύονται ακόμη τη «ρεβάνς» του 1453 και την «ανάκτηση» της Κωνσταντινούπολης, μιας αμιγώς τουρκικής πόλης με πληθυσμό περίπου 12.000.000 κατοίκων! Πέρα όμως από τον στενό πυρήνα των βυζαντινολόγων, των μεσαιωνολόγων ή και των απλών ζηλωτών της Ιστορίας που εξακολουθούν να ελκύονται από τη μελέτη των δραματικών εναλλαγών των γεγονότων της τελευταίας πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, η Άλωση του 1453 διατηρεί για τους σημερινούς Νεοέλληνες ένα ευρύτερο, αν και όχι πάντα εύκολα αντιληπτό νόημα: τη διαπίστωση ότι η επίμονη προσκόλληση σε ξεπερασμένες πεποιθήσεις που δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση σοβαρών προκλήσεων της πραγματικότητας, οδηγεί αναπόφευκτα σε μη αναστρέψιμες καταστροφές!

Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα
Ο Νίκος Νικολούδης είναι ιστορικός. Αποφοίτησε από το Κολέγιο Αθηνών με έπαινο στην Ιστορία, σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έλαβε διδακτορικό δίπλωμα στην Ιστορία (με ειδίκευση στην υστεροβυζαντινή περίοδο) από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (King’s College). Έχει διδάξει στο Αρσάκειο Ψυχικού και στη Σχολή Ξεναγών, εργάστηκε επί εννέα χρόνια ως διευθυντής σύνταξης του μηνιαίου περιοδικού Ιστορικά Θέματα και έχει συγγράψει εννέα βιβλία και πλήθος άρθρων με ιστορικό περιεχόμενο.