Η επιστροφή της γεωπολιτικής


Η επιστροφή της γεωπολιτικής

Η εκδίκηση των ρεβιζιονιστικών δυνάμεων

Του Walter Russell Mead

Μέχρι στιγμής, το έτος 2014 ήταν ταραχώδες, καθώς οι γεωπολιτικές αντιπαλότητες έχουν επιστρέψει δυναμικά στην κεντρική σκηνή. Είτε πρόκειται για τις ρωσικές δυνάμεις που κατέλαβαν την Κριμαία, είτε για την Κίνα που προβάλλει επιθετικές αξιώσεις στα παράκτια ύδατά της, είτε για την Ιαπωνία που ανταποκρίνεται με μια όλο και πιο δυναμική δική της στρατηγική είτε για το Ιράν που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τις συμμαχίες του με τη Συρία και τη Χεζμπολάχ για να κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή, το παλιομοδίτικο παιχνίδι ισχύος έχει επιστρέψει στις διεθνείς σχέσεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ, τουλάχιστον, βρίσκουν αυτές τις τάσεις ενοχλητικές. Και οι δύο μάλλον κινούνται πέραν των γεωπολιτικών ζητημάτων για περιοχές και στρατιωτικές δυνάμεις και αντί γι’ αυτά επικεντρώνονται στα ζητήματα της παγκόσμιας τάξης και της παγκόσμιας διακυβέρνησης: την απελευθέρωση του εμπορίου, τη μη διάδοση των πυρηνικών, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, την κλιματική αλλαγή, και ούτω καθεξής. Πράγματι, μετά το τέλος τού Ψυχρού Πολέμου, το πιο σημαντικό αντικείμενο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και της ΕΕ ήταν το να εκτρέψουν τις διεθνείς σχέσεις μακριά από ζητήματα μηδενικού αθροίσματος προς εκείνα που είναι win-win (στμ: που περιέχουν οφέλη για όλους). Το να συρθούν πίσω σε παλιομοδίτικους ανταγωνισμούς, όπως αυτούς στην Ουκρανία, δεν εκτρέπει μόνο χρόνο και ενέργεια μακριά από τα σημαντικά θέματα: αλλάζει επίσης τον χαρακτήρα της διεθνούς πολιτικής. Καθώς η ατμόσφαιρα γίνεται βαριά, το έργο της προώθησης και της διατήρησης της παγκόσμιας τάξης γίνεται όλο και πιο δύσκολο.
Αλλά οι Δυτικοί δεν θα έπρεπε να περιμένουν ποτέ ότι η παλιομοδίτικη γεωπολιτική θα εξαφανιζόταν. Το έκαναν μόνο και μόνο επειδή αντιλήφθηκαν με ουσιωδώς λάθος τρόπο το νόημα της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης: ως ιδεολογικό θρίαμβο της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας επί του κομμουνισμού, όχι ως την απαξίωση μιας σκληρής δύναμης. Η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία ποτέ δεν συγκατένευσαν στη γεωπολιτική διευθέτηση που ακολούθησε το τέλος τού Ψυχρού Πολέμου, και κάνουν όλο και πιο ισχυρές προσπάθειες για την ανατροπή της. Αυτή η διαδικασία δεν θα είναι ειρηνική, και είτε οι ρεβιζιονιστές πετύχουν είτε όχι, οι προσπάθειές τους έχουν ήδη κλονίσει την ισορροπία δυνάμεων και έχουν αλλάξει τη δυναμική της διεθνούς πολιτικής.
ΜΙΑ ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, πολλοί Αμερικανοί και Ευρωπαίοι φαινόταν να πιστεύουν ότι τα πιο εξοργιστικά γεωπολιτικά ζητήματα είχαν σε μεγάλο βαθμό διευθετηθεί. Με την εξαίρεση μιας χούφτας σχετικά ήσσονος σημασίας προβλήματα, όπως είναι τα δεινά της πρώην Γιουγκοσλαβίας και η ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη, τα μεγαλύτερα ζητήματα στην παγκόσμια πολιτική, υπέθεσαν, δεν θα δημιουργούσαν πια ανησυχίες για σύνορα, στρατιωτικές βάσεις, εθνική αυτοδιάθεση, ή σφαίρες επιρροής.

Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τους ανθρώπους επειδή ελπίζουν. Η προσέγγιση της Δύσης στις πραγματικότητες του μεταψυχροπολεμικού κόσμου είχε μεγάλο νόημα, και είναι δύσκολο να δούμε το πώς η παγκόσμια ειρήνη θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί χωρίς την αντικατάσταση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού με την κατασκευή μιας φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης. Παρ’ όλα αυτά, οι Δυτικοί συχνά ξεχνούν ότι το έργο αυτό στηρίζεται στα ιδιαίτερα γεωπολιτικά θεμέλια που χτίστηκαν στις αρχές του 1990.
Στην Ευρώπη, η μεταψυχροπολεμική διευθέτηση αφορούσε την ενοποίηση της Γερμανίας, τον διαμελισμό της Σοβιετικής Ένωσης, και την ενσωμάτωση των πρώην κρατών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και των δημοκρατιών της Βαλτικής στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Μέση Ανατολή, είχε ως συνέπεια την κυριαρχία των σουνιτικών δυνάμεων που είχαν συμμαχήσει με τις Ηνωμένες Πολιτείες (Σαουδική Αραβία, οι σύμμαχοι του Κόλπου, η Αίγυπτος και η Τουρκία) και τον διπλό περιορισμό του Ιράν και του Ιράκ. Στην Ασία, αυτό σήμαινε τη μη αμφισβητούμενη κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενσωματωμένη σε μια σειρά από σχέσεις ασφαλείας με την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία, την Ινδονησία, και άλλους συμμάχους.
Αυτή η διευθέτηση αντανακλούσε τις πραγματικότητες της ισχύος τότε, και ήταν μόνο τόσο σταθερή, όσο οι σχέσεις που την κρατούσαν ζωντανή. Δυστυχώς, πολλοί παρατηρητές μπέρδεψαν τις προσωρινές γεωπολιτικές συνθήκες του μεταψυχροπολεμικού κόσμου με το πιθανώς πιο τελεσίδικο αποτέλεσμα της ιδεολογικής πάλης μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας και σοβιετικού κομμουνισμού. Η διάσημη διατύπωση του πολιτικού επιστήμονα Φράνσις Φουκουγιάμα ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σήμαινε «το τέλος της ιστορίας» ήταν μια δήλωση σχετικά με την ιδεολογία. Αλλά για πολλούς ανθρώπους, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν σημαίνει απλώς ότι η ιδεολογική πάλη της ανθρωπότητας έχει τελειώσει για τα καλά: Σκέφθηκαν ότι η ίδια η γεωπολιτική είχε επίσης τελειώσει οριστικά.
Με μια πρώτη ματιά, αυτό το συμπέρασμα φαίνεται σαν μια προέκταση του επιχειρήματος του Φουκουγιάμα και όχι μια στρέβλωσή του. Στο κάτω-κάτω, η ιδέα του τέλους της ιστορίας έχει στηριχτεί στις γεωπολιτικές συνέπειες των ιδεολογικών αγώνων από τότε που ο Γερμανός φιλόσοφος Georg Wilhelm Friedrich Hegel τις εξέφρασε πρώτος, στις αρχές του 19ου αιώνα. Για τον Hegel, ήταν η μάχη της Ιένας, το 1806, που κατέβασε την αυλαία για τον πόλεμο των ιδεών. Στα μάτια του Χέγκελ, η απόλυτη καταστροφή του πρωσικού στρατού από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη σε εκείνη τη σύντομη εκστρατεία αντιπροσώπευε τον θρίαμβο της Γαλλικής Επανάστασης επί του καλύτερου στρατού που θα μπορούσε να παραγάγει η προεπαναστατική Ευρώπη. Αυτό έγραψε ένα τέλος στην ιστορία, υποστήριξε ο Χέγκελ, γιατί στο μέλλον, μόνο τα κράτη που θα υιοθετούν τις αρχές και τις τεχνικές της επαναστατικής Γαλλίας θα είναι σε θέση να ανταγωνιστούν και να επιβιώσουν.
Προσαρμοσμένο στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο, το επιχείρημα αυτό σήμαινε ότι στο μέλλον, τα κράτη θα πρέπει να υιοθετήσουν τις αρχές του φιλελεύθερου καπιταλισμού για να προχωρήσουν. Κλειστές, κομμουνιστικές κοινωνίες, όπως η Σοβιετική Ένωση, είχαν δείξει ότι είναι πολύ αντιδημιουργικές και αντιπαραγωγικές για να ανταγωνιστούν οικονομικά και στρατιωτικά με τα φιλελεύθερα κράτη. Τα πολιτικά καθεστώτα τους ήταν επίσης επισφαλή, δεδομένου ότι καμία κοινωνική μορφή εκτός από τη φιλελεύθερη δημοκρατία δεν παρέχει αρκετή ελευθερία και αξιοπρέπεια για να παραμένει σταθερή μια σύγχρονη κοινωνία.
Για να πολεμήσει κανείς τη Δύση με επιτυχία, θα πρέπει να γίνει όμοιος με τη Δύση, και αν αυτό συνέβαινε, θα γινόταν η ίδια άνοστη, ειρηνιστική δειλή κοινωνία που δεν ήθελε να πολεμήσει για οτιδήποτε. Οι μόνοι εναπομείναντες κίνδυνοι για την παγκόσμια ειρήνη θα έρθουν από κράτη παρίες, όπως η Βόρεια Κορέα, και παρ’ όλο που οι χώρες αυτές θα μπορούσαν να έχουν τη θέληση να αμφισβητήσουν τη Δύση, θα παραήταν υπονομευμένες από τις παρωχημένες πολιτικές και τις κοινωνικές δομές τους για να ανέβουν πάνω από το επίπεδο της ενόχλησης (εκτός αν αναπτύξουν πυρηνικά όπλα, φυσικά). Και έτσι τα πρώην κομμουνιστικά κράτη, όπως η Ρωσία, βρέθηκαν μπροστά σε ένα δίλημμα. Θα μπορούσαν να υιοθετήσουν την εκσυγχρονιστική μόδα και να γίνουν φιλελεύθερα, ανοιχτά και ειρηνιστικά, ή θα μπορούσαν να προσκολληθούν πικρά στα όπλα τους και στον πολιτισμό τους, καθώς ο κόσμος τα προσπερνά.

Στην αρχή, όλα φαίνονταν να λειτουργούν. Με την ιστορία να έχει τελειώσει, η έμφαση μετατοπίστηκε από τη γεωπολιτική στην ανάπτυξη της οικονομίας και τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, και το μεγαλύτερο μέρος της εξωτερικής πολιτικής ήρθε να επικεντρωθεί σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και το εμπόριο. Η εξίσωση του τέλους της γεωπολιτικής και του τέλους της ιστορίας προσέφερε μια ιδιαίτερα δελεαστική προοπτική για τις Ηνωμένες Πολιτείες: την ιδέα ότι η χώρα θα μπορούσε να αρχίσει να δίνει λιγότερα στο διεθνές σύστημα και να παίρνει περισσότερα. Θα μπορούσε να συρρικνώσει τις αμυντικές της δαπάνες, να περικόψει τις πιστώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, να μειώσει το προφίλ της σε ξένα θερμά σημεία - και ο κόσμος θα συνέχιζε κανονικά για να γίνει πιο ευημερών και πιο ελεύθερος.
Αυτό το όραμα δελέασε αμφότερους τους φιλελεύθερους και τους συντηρητικούς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση του προέδρου Μπιλ Κλίντον, για παράδειγμα, περιέκοψε αμφότερους τους προϋπολογισμούς του Υπουργείου Άμυνας και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ήταν μόλις και μετά βίας σε θέση να πείσει το Κογκρέσο να συνεχίσει την πληρωμή της αμερικανικής συνεισφοράς στον ΟΗΕ. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικοί υπέθεσαν ότι το διεθνές σύστημα θα γίνει ισχυρότερο και ευρύτερης εμβέλειας, ενώ θα συνέχιζε να είναι ευνοϊκό για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Οι Ρεπουμπλικάνοι νεο-απομονωτιστές, όπως ο πρώην βουλευτής Ron Paul από το Τέξας, υποστήριξαν ότι με δεδομένη την απουσία σοβαρών γεωπολιτικών προκλήσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να μειώσουν δραματικά τόσο τις στρατιωτικές δαπάνες, όσο και την εξωτερική βοήθεια, ενώ θα συνέχιζαν να επωφελούνται από το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος George W. Bush βάσισε την εξωτερική του πολιτική στην πεποίθηση ότι οι τρομοκράτες της Μέσης Ανατολής αποτελούν τον μοναδικό επικίνδυνο αντίπαλο, και ξεκίνησε αυτό που είπε ότι θα είναι ένας μακροχρόνιος πόλεμος εναντίον τους. Από ορισμένες απόψεις, φάνηκε ότι ο κόσμος ήταν πίσω στη σφαίρα της ιστορίας. Αλλά η πεποίθηση της κυβέρνησης Μπους ότι η δημοκρατία θα μπορούσε να εμφυτευθεί γρήγορα στην Αραβική Μέση Ανατολή, αρχής γενομένης με το Ιράκ, επιβεβαίωσε μια βαθιά πεποίθηση ότι η συνολική παλίρροια των γεγονότων έτρεχε υπέρ της Αμερικής.
Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έχτισε την εξωτερική πολιτική του στην πεποίθηση ότι ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» ήταν υπερβολικός, ότι η ιστορία είχε πραγματικά τελειώσει, και ότι, όπως και στα χρόνια της διακυβέρνησης Κλίντον, οι σημαντικότερες προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών αφορούσαν στην προώθηση της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης, όχι στο παιχνίδι της κλασικής γεωπολιτικής. Η κυβέρνηση άρθρωσε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα για τη στήριξη της εν λόγω τάξης: μπλοκάρισμα της κίνησης του Ιράν για πυρηνικά όπλα, επίλυση της ισραηλινο-παλαιστινιακής σύγκρουσης, διαπραγμάτευση μιας παγκόσμιας συμφωνίας για την κλιματική αλλαγή, επίτευξη εμπορικών συμφωνιών μεταξύ Ειρηνικού και Ατλαντικού, υπογραφή συμφωνιών ελέγχου των εξοπλισμών με τη Ρωσία, επιδιόρθωση των αμερικανικών σχέσεων με τον μουσουλμανικό κόσμο, προώθηση των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με τους Ευρωπαίους συμμάχους και τερματισμός του πολέμου στο Αφγανιστάν. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Ομπάμα σχεδιάζει να μειώσει τις αμυντικές δαπάνες δραματικά και να μειώσει την εμπλοκή των ΗΠΑ σε καίρια θέατρα στον κόσμο, όπως στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή.

ΕΝΑΣ ΑΞΟΝΑΣ ΚΑΝΘΑΡΩΝ;

Όλες αυτές οι χαρούμενες πεποιθήσεις δοκιμάζονται. Είκοσι πέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, είτε κάποιος εστιάζει στην αντιπαλότητα μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας για την Ουκρανία, η οποία οδήγησε τη Μόσχα να προσαρτήσει την Κριμαία, είτε στον εντεινόμενο ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας στην Ανατολική Ασία είτε στην επέκταση της εμφύλιας σύγκρουσης σε διεθνείς ανταγωνισμούς και εμφύλιους πολέμους στη Μέση Ανατολή, ο κόσμος δείχνει λιγότερο μετα-ιστορικός μέρα με τη μέρα. Με πολύ διαφορετικούς τρόπους, με πολύ διαφορετικούς στόχους, η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία αντιδρούν στην πολιτική διευθέτηση του Ψυχρού Πολέμου.
Οι σχέσεις μεταξύ των τριών αυτών ρεβιζιονιστικών δυνάμεων είναι περίπλοκες. Σε μακροπρόθεσμη βάση, η Ρωσία φοβάται την άνοδο της Κίνας. Η κοσμοθεωρία της Τεχεράνης έχει ελάχιστα κοινά είτε με του Πεκίνου είτε με της Μόσχας. Το Ιράν και η Ρωσία είναι χώρες που εξάγουν πετρέλαιο και θα ήθελαν η τιμή του πετρελαίου να είναι υψηλή. Η Κίνα είναι μια καθαρή καταναλώτρια και θέλει τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα. Η πολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του Ιράν και της Ρωσίας, αλλά ενέχει μεγάλους κινδύνους για την Κίνα. Κανείς δεν πρέπει να μιλά για μια στρατηγική συμμαχία μεταξύ τους, και στην πάροδο του χρόνου, ειδικά αν καταφέρουν να υπονομεύσουν την αμερικανική επιρροή στην Ευρασία, οι εντάσεις μεταξύ τους είναι πιο πιθανό να αναπτυχθούν παρά να μειωθούν.
Αυτό που συνδέει αυτές τις δυνάμεις, ωστόσο, είναι η συμφωνία τους ότι το status quo θα πρέπει να αναθεωρηθεί. Η Ρωσία θέλει να ξαναμαζέψει όση περισσότερη από τη Σοβιετική Ένωση μπορεί. Η Κίνα δεν έχει καμία πρόθεση να περιορισθεί σε έναν δευτερεύοντα ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις, ούτε θα αποδεχθεί τον σημερινό βαθμό επιρροής των ΗΠΑ στην Ασία και στο εκεί εδαφικό καθεστώς. Το Ιράν επιθυμεί να αντικαταστήσει την τρέχουσα τάξη στη Μέση Ανατολή -με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία και κυριαρχούμενη από σουνιτικά Αραβικά κράτη- με μια άλλη που θα έχει επίκεντρο την Τεχεράνη.
Ηγέτες και στις τρεις χώρες συμφωνούν, επίσης, ότι η δύναμη των ΗΠΑ είναι το βασικό εμπόδιο για την επίτευξη των ρεβιζιονιστικών τους στόχων. Η εχθρότητά τους προς την Ουάσιγκτον και την τάξη της είναι τόσο επιθετική όσο και αμυντική: όχι μόνο ελπίζουν ότι η μείωση της ισχύος των ΗΠΑ θα κάνει πιο εύκολο να ανατάξουν τις περιοχές τους, αλλά επίσης ανησυχούν ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να προσπαθήσει να τις ανατρέψει, αν μεγαλώσει κάποια διχόνοια στο εσωτερικό τους. Ωστόσο, οι ρεβιζιονιστές θέλουν να αποφύγουν τις άμεσες αντιπαραθέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, όταν οι πιθανότητες θα είναι σαφώς υπέρ τους (όπως το 2008 στην εισβολή της Ρωσίας στη Γεωργία και η κατοχή και προσάρτηση της Κριμαίας φέτος). Αντί να αμφισβητήσουν κατά μέτωπον το status quo, επιδιώκουν να κατακερματίσουν τους κανόνες και τις σχέσεις που το συντηρούν.
Από τότε που ο Ομπάμα έγινε πρόεδρος, κάθε μια από αυτές τις δυνάμεις έχει ακολουθήσει μια ξεχωριστή στρατηγική υπό το πρίσμα των δικών της πλεονεκτημάτων και αδυναμιών. Η Κίνα, η οποία έχει τις μεγαλύτερες δυνατότητες των τριών, είναι παραδόξως η πιο απογοητευμένη. Οι προσπάθειές της να εδραιωθεί στην περιοχή της έχουν απλώς εντείνει τους δεσμούς μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των ασιατικών συμμάχων τους και ενέτειναν τον εθνικισμό στην Ιαπωνία. Καθώς οι δυνατότητες του Πεκίνου μεγαλώνουν, το ίδιο κάνει και η αίσθηση της απογοήτευσής του. Η άνοδος της ισχύος της Κίνας θα πρέπει να παραλληλίζεται με ένα κύμα ιαπωνικής αποφασιστικότητας, και οι εντάσεις στην Ασία θα είναι πιο πιθανό να εξαπλωθούν στα παγκόσμια οικονομικά και την πολιτική.
Το Ιράν, από πολλές πλευρές το πιο αδύναμο από τα τρία κράτη, είχε την πιο επιτυχημένη πορεία. Ο συνδυασμός της εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ και στην συνέχεια η πρόωρη απόσυρσή τους, επέτρεψε στην Τεχεράνη να εδραιώσει βαθείς και διαρκείς δεσμούς με σημαντικά κέντρα εξουσίας απέναντι από τα σύνορα με το Ιράκ, μια εξέλιξη που έχει αλλάξει τόσο τη θρησκευτική όσο και την πολιτική ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Στην Συρία, το Ιράν, με τη βοήθεια του μακροχρόνιου συμμάχου του, της Χεζμπολάχ, ήταν σε θέση να αντιστρέψει τη στρατιωτική παλίρροια και να στηρίξει την κυβέρνηση του Μπασάρ αλ-Άσαντ απέναντι σε μια ισχυρή αντίσταση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Αυτός ο θρίαμβος της realpolitik έχει προσθέσει σημαντικά στην ισχύ και το κύρος του Ιράν. Σε ολόκληρη την περιοχή, η Αραβική Άνοιξη έχει αποδυναμώσει τα σουνιτικά καθεστώτα, αλλάζοντας περαιτέρω τις ισορροπίες υπέρ του Ιράν. Το ίδιο έχει κάνει και η αυξανόμενη διάσπαση μεταξύ των σουνιτικών κυβερνήσεων σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τα παρακλάδια και τους οπαδούς της.
Η Ρωσία, εν τω μεταξύ, έχει αναδειχθεί ως ο μέσος ρεβιζιονιστής: πιο ισχυρή από το Ιράν, αλλά ασθενέστερη από την Κίνα, πιο επιτυχημένη από την Κίνα στη γεωπολιτική, αλλά λιγότερο επιτυχής από όσο το Ιράν. Η Ρωσία ήταν μετρίως αποτελεσματική στο να βάζει σφήνες μεταξύ της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και η ενασχόληση του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν με την ανοικοδόμηση της Σοβιετικής Ένωσης έχει παρεμποδιστεί από τα αιχμηρά όρια της οικονομικής ισχύος της χώρας του. Για να οικοδομήσει ένα πραγματικό ευρασιατικό μπλοκ, όπως ονειρεύεται να κάνει ο Πούτιν, η Ρωσία θα πρέπει να αναδεχτεί τους λογαριασμούς των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών - κάτι που δεν μπορεί να το αντέξει οικονομικά.
Παρ’ όλα αυτά, ο Πούτιν, παρά τις αδυναμίες του, υπήρξε εξαιρετικά επιτυχής στο να απογοητεύσει τα Δυτικά σχέδια στο πρώην σοβιετικό έδαφος. Έχει σταματήσει τελείως την επέκταση του ΝΑΤΟ. Έχει διαμελίσει τη Γεωργία, έφερε την Αρμενία στην τροχιά του, αύξησε την πίεσή του στην Κριμαία, και, με την ουκρανική περιπέτειά του, έφερε στη Δύση μια δυσάρεστη και ταπεινωτική έκπληξη. Κατά τη δυτική άποψη, ο Πούτιν φαίνεται να καταδικάζει τη χώρα του σε ένα συνεχώς πιο σκούρο μέλλον φτώχειας και περιθωριοποίησης. Αλλά ο Πούτιν δεν πιστεύει ότι η ιστορία έχει τελειώσει, και από την πλευρά του, ο ίδιος έχει στερεοποιήσει την δύναμή του εγχωρίως και υπενθύμισε στις εχθρικές ξένες δυνάμεις ότι η ρωσική αρκούδα εξακολουθεί να έχει αιχμηρά νύχια.

ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ
Οι ρεβιζιονιστικές δυνάμεις έχουν τόσο ποικίλες ατζέντες και δυνατότητες που κανένας δεν μπορεί να παρέχει το είδος της συστηματικής και παγκόσμιας αντιπολίτευσης, όπως έκανε η Σοβιετική Ένωση. Ως αποτέλεσμα, οι Αμερικανοί ήσαν αργοί στο να συνειδητοποιήσουν ότι τα κράτη αυτά έχουν υπονομεύσει την ευρασιατική γεωπολιτική τάξη, με τρόπους που περιπλέκουν τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη δημιουργία ενός μετα-ιστορικού, win-win κόσμου.
Ακόμα, μπορεί κανείς να δει τις συνέπειες αυτής της ρεβιζιονιστικής δραστηριότητας σε πολλά μέρη. Στην Ανατολική Ασία, η όλο και περισσότερο διεκδικητική στάση της Κίνας δεν έχει ακόμη δώσει πολύ συγκεκριμένη γεωπολιτική πρόοδο, αλλά έχει αλλάξει ριζικά την πολιτική δυναμική στην περιοχή με τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του πλανήτη. Οι ασιατικές πολιτικές σήμερα περιστρέφονται γύρω από τις εθνικές αντιπαλότητες, τις αντικρουόμενες εδαφικές διεκδικήσεις, τη ναυτική συσσώρευση, και παρόμοια ιστορικά θέματα. Η εθνικιστική αναγέννηση στην Ιαπωνία, μια άμεση απάντηση στην ατζέντα της Κίνας, έχει δημιουργήσει μια διαδικασία στην οποία η άνοδος του εθνικισμού σε μια χώρα τροφοδοτεί τα ίδια στο άλλο. Η Κίνα και η Ιαπωνία κλιμακώνουν τη ρητορική τους, αυξάνουν τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους, ξεκινούν διμερείς κρίσεις με μεγαλύτερη συχνότητα, και κολλούν όλο και περισσότερο στον ανταγωνισμό μηδενικού αθροίσματος.
Παρά το γεγονός ότι η ΕΕ παραμένει σε μια μετα-ιστορική στιγμή, οι μη-μέλη της ΕΕ δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ζουν σε μια πολύ διαφορετική εποχή. Κατά τα τελευταία λίγα χρόνια, οι ελπίδες για μετατροπή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης σε μια μετα-ιστορική περιοχή έχουν ξεθωριάσει. Η ρωσική κατοχή στην Ουκρανία είναι μόνο το τελευταίο σε μια σειρά από βήματα που έχουν μετατρέψει την Ανατολική Ευρώπη σε μια ζώνη οξείας γεωπολιτικής σύγκρουσης και έκανε αδύνατη τη σταθερή και αποτελεσματική δημοκρατική διακυβέρνηση έξω από τις χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία.
Στη Μέση Ανατολή, η κατάσταση είναι ακόμη πιο οξυμένη. Τα όνειρα ότι ο αραβικός κόσμος πλησίαζε ένα δημοκρατικό σημείο καμπής -τα όνειρα που τροφοδοτούσαν την πολιτική των ΗΠΑ τόσο υπό τον Μπους όσο και τον Ομπάμα- έχουν ξεθωριάσει. Αντί για την οικοδόμηση μιας φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων στην περιοχή, οι Αμερικανοί πολιτικοί αντιμετωπίζουν τη διάλυση του κρατικού συστήματος που χρονολογείται από την συμφωνία Sykes-Picot το 1916, η οποία διαιρούσε τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μέση Ανατολή, καθώς η διακυβέρνηση διαβρώνεται στο Ιράκ, τον Λίβανο και τη Συρία. Ο Ομπάμα έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για να διαχωρίσει το γεωπολιτικό ζήτημα της ανάδυσης της ισχύος του Ιράν στην περιοχή, από το ζήτημα της συμμόρφωσής του με την Συνθήκη Μη Διασποράς Πυρηνικών, αλλά οι ισραηλινοί και οι σαουδαραβικοί φόβοι σχετικά με τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ιράν το κάνουν όλο και πιο δύσκολο γι’ αυτόν. Ένα άλλο εμπόδιο για την επίτευξη συμφωνιών με το Ιράν είναι η Ρωσία, η οποία έχει χρησιμοποιήσει την έδρα της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και την υποστήριξή της στον Άσαντ για να πάει πίσω τους στόχους των ΗΠΑ στη Συρία.
Η Ρωσία βλέπει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή ως ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο για τον ανταγωνισμό της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Μόσχα θα αντιταχθεί αντανακλαστικά στους αμερικανικούς στόχους σε κάθε περίσταση, αλλά όντως σημαίνει ότι τα win-win αποτελέσματα που επιδιώκουν οι Αμερικανοί τόσο ανυπόμονα, μερικές φορές γίνονται όμηροι των ρωσικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Για να αποφασίσει πόσο σκληρά να πιέσει τη Ρωσία για την Ουκρανία, για παράδειγμα, ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να αποφύγει τον υπολογισμό των επιπτώσεων από την στάση της Ρωσίας στον συριακό πόλεμο ή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Ρωσία δεν μπορεί να γίνει από μόνη της μια πλουσιότερη χώρα ή μια πολύ μεγαλύτερη χώρα, αλλά έχει κάνει τον εαυτό της έναν πιο σημαντικό παράγοντα για την αμερικανική στρατηγική σκέψη, και μπορεί να το χρησιμοποιήσει αυτό ως μοχλό για να εξάγει παραχωρήσεις που έχουν σημασία για την ίδια.
Αν αυτές οι αναθεωρητικές δυνάμεις έχουν κερδίσει έδαφος, οι κατεστημένες δυνάμεις έχουν υπονομευθεί. Η επιδείνωση είναι εντονότερη στην Ευρώπη, όπου η ολοκληρωτική καταστροφή του κοινού νομίσματος έχει διχάσει την κοινή γνώμη και έστρεψε την προσοχή της ΕΕ στον εαυτό της. Η ΕΕ μπορεί να έχει αποφύγει τις χειρότερες πιθανές συνέπειες της κρίσης του ευρώ, αλλά αμφότερες η θέληση και η ικανότητά της για αποτελεσματική δράση πέραν των συνόρων της έχουν περιοριστεί σημαντικά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν υποστεί τίποτε σαν τον οικονομικό πόνο που έχει περάσει μεγάλο μέρος της Ευρώπης, αλλά με τη χώρα να αντιμετωπίζει το hangover της εξωτερικής πολιτικής που προκλήθηκε από τους πολέμους της εποχής Μπους, με μια όλο και πιο ενοχλητική κρατική επιτήρηση, μια αργή οικονομική ανάκαμψη, και έναν μη δημοφιλή νόμο για την υγεία, η διάθεση της κοινής γνώμης έχει ξινίσει. Τόσο από την αριστερά όσο και από τη δεξιά, οι Αμερικανοί αμφισβητούν τα οφέλη της σημερινής παγκόσμιας τάξης και την ικανότητα των αρχιτεκτόνων της. Επιπλέον, το κοινό μοιράζεται τη συναίνεση της ελίτ ότι σε έναν μεταψυχροπολεμικό κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να είναι σε θέση να πληρώνουν λιγότερα στο σύστημα και να κερδίζουν περισσότερα από αυτό. Όταν τούτο δεν συμβαίνει, οι άνθρωποι κατηγορούν τους ηγέτες τους. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μικρή όρεξη του κοινού για μεγάλες νέες πρωτοβουλίες στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, και ένας κυνικός πληθυσμός στρέφεται μακριά από μια πολωμένη Ουάσιγκτον με ένα μείγμα πλήξης και περιφρόνησης.

Ο Ομπάμα ήρθε στην εξουσία σχεδιάζοντας να περικόψει τις στρατιωτικές δαπάνες και να μειώσει την σημασία της εξωτερικής πολιτικής στην αμερικανική πολιτική, ενισχύοντας παράλληλα τη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη. Λίγο περισσότερο από τα μέσα της προεδρίας του, βρίσκει τον εαυτό του κολλημένο ακριβώς με τα είδη των γεωπολιτικών ανταγωνισμών που ήλπιζε να ξεπεράσει. Ο κινεζικός, ο ιρανικός και ο ρωσικός ρεβανσισμός δεν ανέτρεψαν ακόμα τη μεταψυχροπολεμική διευθέτηση στην Ευρασία, και ίσως να μην το κάνουν ποτέ, αλλά έχουν μετατρέψει ένα μη αμφισβητούμενο status quo σε αμφισβητούμενο. Οι πρόεδροι των ΗΠΑ δεν έχουν πλέον ελεύθερα τα χέρια καθώς επιδιώκουν να εμβαθύνουν το φιλελεύθερο σύστημα. Είναι όλο και πιο απασχολημένοι με την υποστήριξη των γεωπολιτικών θεμελίων του.
ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ήταν πριν από 22 χρόνια, όταν ο Fukuyama δημοσίευσε «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος», και είναι δελεαστικό να δούμε την επιστροφή της γεωπολιτικής ως μια οριστική απόρριψη της διατριβής του. Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Το τέλος της ιστορίας, όπως ο Φουκουγιάμα υπενθύμισε στους αναγνώστες, ήταν ιδέα του Χέγκελ, και παρ’ όλο που το επαναστατικό κράτος είχε θριαμβεύσει για τα καλά πάνω στο παλιό είδος των καθεστώτων, ο Χέγκελ υποστήριξε ότι ο ανταγωνισμός και οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν. Προέβλεψε ότι θα υπάρξουν αναταραχές στις επαρχίες, ακόμη και καθώς οι πυρήνες του ευρωπαϊκού πολιτισμού μετακινήθηκαν σε έναν μετα-ιστορικό χρόνο. Δεδομένου ότι οι επαρχίες του Χέγκελ περιλάμβαναν την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και τη Ρωσία, δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πάνω από δύο αιώνες αργότερα, οι ταραχές δεν έχουν σταματήσει. Ζούμε στο λυκόφως της ιστορίας και όχι στο πραγματικό τέλος της.
Η εγελιανή άποψη της ιστορικής διαδικασίας σήμερα θα θεωρούσε ότι ουσιαστικά ελάχιστα έχουν αλλάξει από την αρχή τού 19ου αιώνα. Για να είναι ισχυρά, τα κράτη πρέπει να αναπτύξουν τις ιδέες και τους θεσμούς που θα τους επιτρέψουν να αξιοποιήσουν τις τιτάνιες δυνάμεις του βιομηχανικού καπιταλισμού και του καπιταλισμού των πληροφοριών. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Κοινωνίες που αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να αγκαλιάσουν αυτήν την πορεία θα καταλήξουν ως αντικείμενα της ιστορίας και όχι ως δημιουργοί της.

Αλλά ο δρόμος προς την μετανεωτερικότητα παραμένει βραχώδης. Για να αυξήσει την δύναμή της, η Κίνα, για παράδειγμα, θα πρέπει σαφώς να περάσει από μια διαδικασία οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης που θα απαιτήσει από τη χώρα να κυριαρχήσει στα προβλήματα που έχουν αντιμετωπίσει οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Δεν υπάρχει καμία διαβεβαίωση, ωστόσο, ότι η πορεία της Κίνας προς την σταθερή φιλελεύθερη νεωτερικότητα θα είναι λιγότερο ταραχώδης από, ας πούμε, αυτήν που διήνυσε η Γερμανία. Το λυκόφως της ιστορίας δεν είναι μια ήρεμη εποχή.
Το δεύτερο μέρος τού βιβλίου του Φουκουγιάμα έχει προσελκύσει λιγότερη προσοχή, ίσως επειδή είναι λιγότερο κολακευτικό για τη Δύση. Καθώς ο Φουκουγιάμα διερευνούσε με τι θα έμοιαζε μια μετα-ιστορική κοινωνία, έκανε μια ανησυχητική ανακάλυψη. Σε έναν κόσμο όπου τα μεγάλα ζητήματα έχουν επιλυθεί και η γεωπολιτική έχει υποταχθεί στην οικονομία, η ανθρωπότητα θα μοιάζει αρκετά με τον μηδενιστικό «τελευταίο άνθρωπο» που περιγράφει ο φιλόσοφος Friedrich Nietzsche: έναν ναρκισσιστή καταναλωτή χωρίς μεγαλύτερες φιλοδοξίες πέρα από την επόμενη επίσκεψη στο εμπορικό κέντρο.
Με άλλα λόγια, αυτοί οι άνθρωποι θα μοιάζουν πολύ με τους Ευρωπαίους γραφειοκράτες και τους λομπίστες στην Ουάσιγκτον. Είναι αρκετά ικανοί να διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους μεταξύ των μετα-ιστορικών ανθρώπων, αλλά η κατανόηση των κινήτρων και η αντιμετώπιση των στρατηγικών των παλιομοδίτικων ισχυρών πολιτικών είναι δύσκολη για αυτούς. Σε αντίθεση με λιγότερο παραγωγικούς και λιγότερο σταθερούς αντιπάλους τους, οι μετα-ιστορικοί άνθρωποι είναι απρόθυμοι να κάνουν θυσίες, επικεντρώνουν στο βραχυπρόθεσμο, η προσοχή τους αποσπάται εύκολα, και τους λείπει το θάρρος.
Οι πραγματικότητες της προσωπικής και της πολιτικής ζωής στις μετα-ιστορικές κοινωνίες είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες σε χώρες όπως η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία, όπου ο ήλιος της ιστορίας εξακολουθεί να λάμπει. Δεν είναι μόνο ότι αυτές οι διαφορετικές κοινωνίες θέτουν διαφορετικές προσωπικότητες και αξίες στο προσκήνιο. Είναι, επίσης, ότι οι θεσμοί τους λειτουργούν διαφορετικά και ο πληθυσμός τους διαμορφώνεται από διαφορετικές ιδέες.
Κοινωνίες γεμάτες με «τελευταίους ανθρώπους» του Νίτσε παρερμηνεύουν χαρακτηριστικά και υποτιμούν τους δήθεν πρωτόγονους αντιπάλους τους σε δήθεν οπισθοδρομικές κοινωνίες - ένα τυφλό σημείο που θα μπορούσε, τουλάχιστον προσωρινά, να αντισταθμίσει τα άλλα πλεονεκτήματα των χωρών τους. Η παλίρροια της ιστορίας μπορεί να ρέει αμείλικτα προς την κατεύθυνση της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας, και ο ήλιος της ιστορίας μπορεί πράγματι να βυθίζεται πίσω από τους λόφους. Αλλά ακόμη και καθώς οι σκιές μακραίνουν και το πρώτο από τα αστέρια αχνοφαίνεται, προσωπικότητες όπως ο Πούτιν εξακολουθούν να διασκελίζουν την παγκόσμια σκηνή. Δεν θα προχωρήσουν ευγενικά σε αυτή την καλή νύχτα, και θα εκμανούν, θα εκμανούν κατά του θανάτου του φωτός.[1]


Ο WALTER RUSSELL MEAD είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανθρωπιστικών Σπουδών στην έδρα James Clarke Chace στο Bard College και επιμελητής της έκδοσης The American Interest [2]
Δημοσιευμένο στο: http://foreignaffairs.gr/ στις 05-09-2014




1. Παράφραση από το περίφημο ποίημα «Do not go gentle into that good night» του Βρετανού ποιητή Dylan Thomas (1914-1953)