Τοπική Ιστορία, Φύκαρης Ιωάννης

Τοπική Ιστορία

Σημασία- Δυνατότητες- Προοπτικές 

1. Εννοιολογικές διευκρινίσεις του όρου
 «Τοπική Ιστορία»

Όπως εξάγεται από την ανάλυση του φαινομένου της ιστορικής συνείδησης, η Ιστορία με κανέναν τρόπο δεν περιορίζεται στην πολιτική ιστορία των λαών και δεν εξαντλείται με τους πολέμους τους.

  
Η Ιστορία δεν είναι μια ευθύγραμμα εξελισσόμενη πορεία αλλά μια διαρκής επίδραση από αλληλοδιαδοχικούς και αλληλεπιδρώντες παράγοντες, που διαφοροποιούνται συνεχώς ως προς ο στόχο αλλά και ως προς το είδος τους. Η Ιστορία τελικά προσλαμβάνει το νόημά της πάντοτε μέσα από το εκάστοτε παρόν.
   
Παρόλο που ο όρος «Τοπική Ιστορία» φαίνεται απλός και κατανοητός, όταν ζητηθεί να προσδιοριστούν τα όρια του «τόπου», τότε εμφανίζεται ένα σημαντικό δίλημμα, το οποίο σχετίζεται με το αν με την έννοια «τόπο» νοείται η ιδιαίτερη πατρίδα καθενός, δηλαδή ο συγκεκριμένος τόπος ζωής και δράσης του ατόμου ή η αναφορά αφορά μια ευρύτερη περιοχή. Χρειάζεται, επομένως, να διασαφηνιστεί τι εμπίπτει τελικά στο πλαίσιο της «Τοπικής Ιστορίας».
   
Γενικότερα με τον όρο «Τοπική Ιστορία» νοείται το ιστορικό εκείνο υλικό που βρίσκεται στη γειτονική περιοχή και είναι ήδη γνωστό και οικείο ή μπορεί να γνωσθεί κυρίως ως το αποτέλεσμα εργασιών και επιτόπιας έρευνας.

Στη γερμανική βιβλιογραφία γίνεται διάκριση ανάμεσα στην ιστορία της «ιδιαίτερης πατρίδας» και της «τοπικής ιστορίας».
   
Με τον όρο «Ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας» γίνεται αναφορά στην ιστορία ενός πολύ περιορισμένου γεωγραφικού χώρου, όπου ο καθένας αναπτύσσει μια άμεση και προσωπική σχέση. Αυτό, δηλαδή που χαρακτηρίζει την ιδιαίτερη πατρίδα είναι το πυκνό δίκτυο των κοινωνικών δεσμών. Σε αυτήν υπάγεται ο τόπος κατοικίας, ο τόπος που βρίσκεται το σχολείο, το εμπορικό κέντρο της πόλης, οι διάφοροι γειτονικοί τόποι όπου κατοικούν οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί.
Γενικότερα με τον όρο «Τοπική Ιστορία» προσεγγίζεται η Ιστορία ενός ευρύτερου χώρου στον οποίο υπεισέρχονται κοινοί, ιστορικά καθοριστικοί και στενά αλληλοεξαρτώμενοι παράγοντες, όπως είναι η κοινή διοίκηση, το κοινό δίκαιο, η κοινή πολιτική και οικονομική δομή, κοινοί θρησκευτικοί δεσμοί, σταθερά γεωγραφικά δεδομένα που επηρεάζουν ακόμη και τη μορφή του συγκοινωνιακού δικτύου.
  
Με βάση τα ανωτέρω ο τόπος» δεν προσδιορίζεται μονοδιάστατα- γεωγραφικά. Αντίθετα, είναι δεμένος με όλο το φάσμα της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής.
   
Στην ελληνική πραγματικότητα, ωστόσο, ο όρος «Τοπική Ιστορία» χάνει ως έννοια από την ευρύτητά της, όταν περιορίζεται αποκλειστικά στην Ιστορία της Ιδιαίτερης πατρίδας, ενώ θα έπρεπε να την περιλαμβάνει συνειδητά. Ταυτόχρονα, όμως η ίδια η νεοελληνική λέξη «τόπος» διακρίνεται για τη νοηματική ελαστικότητά της. Μπορεί να σημαίνει έκταση γης, τοποθεσία, μέρος αλλά και ορισμένη περιοχή, χώρα, πόλη ή πατρίδα.
  
Στην Τοπική Ιστορία αναφέρθηκε πρώτος ο Παπαφλέσσας, με σχετικό διάταγμά του ως υπουργού Εσωτερικών, το 1834, όπου μεταξύ των άλλων επισημαίνονταν: «…ει δυνατόν, και στοιχεία της Γεωγραφίας, της Ελληνικής Ιστορίας …» στο δημοτικό σχολείο να εμπεριέχονται ο ρόλος, ο χαρακτήρας και το πλαίσιο της Τοπικής Ιστορίας στην Ελλάδα διαγράφονται, κατά τη διάρκεια του 20ου αι. τα ακόλουθα:
  • Η Τοπική Ιστορία είναι συνυφασμένη με την ιστορία
  • γενικά και η μια τροφοδοτεί και ερμηνεύει την άλλη, ώστε στην ουσία να αποτελούν το ίδιο πράγμα.
  • Το ενδιαφέρον για την τοπική ιστορία πήγασε από την ειλικρινή προσπάθεια για στήριξη του ίδιου του έθνους και της ανεξαρτησίας του, ως όργανο διαμόρφωσης της ιστορικής συνείδησης.
  • Ο ρόλος της Τοπικής Ιστορίας είναι διαφωτιστικός και ερμηνευτικός, προκειμένου να έρθουν στην επιφάνεια αλήθειες ξεχασμένες, να εξηγηθεί καλύτερα το παρόν και να σηματοδοτηθεί το μέλλον – και όχι για να αποπροσανατολίσει. Τέθηκε ως μοχλός απελευθέρωσης και όχι καταδυνάστευσης
  • Τα σχολεία είναι βασικός τόπος ερμηνείας του ιστορικού περιβάλλοντος.
  • Η μάθηση της Τοπικής Ιστορίας δεν είναι περιττή μάθηση βιβλίων, αλλά ζωντανή αυτενεργής μάθηση μέσα από τις πηγές.
  • Οι ιστορικές πηγές δεν είναι μόνο τα αρχαιολογικά μνημεία, αλλά όλα τα μνημεία του πολιτισμού.
 
 
2. Τρεις βασικές παρανοήσεις στη διδακτική
της Τοπικής Ιστορίας

   1) Ο Συναισθηματικός υπερτονισμός του τοπικού. Μια τέτοια αντίληψη χάνει τη σωστή αντίληψη του μέτρου.

   2) Η άποψη για μια απλουστευμένη εισαγωγή στην ευρύτερη ιστορία μέσα από την ενασχόληση με την τοπική. Έχει διαδοθεί η άποψη ότι η τοπική ιστορία μπορεί να λειτουργήσει με επιτυχία ως απλουστευμένη εισαγωγή στην ευρύτερη τη γενική ιστορία, με βάση την επαγωγική διαδικασία και κυρίως λόγω της δυνατότητας που προσφέρεται για άμεση εποπτεία ιστορικών μνημείων του περιβάλλοντος. Η θέση αυτή ενισχύεται και από μια ποιοτική διαφοροποίηση που συνήθως κάνει αυτόματα κάποιος ανάμεσα στην ευρύτερη ιστορία και στην τοπική. Η τελευταία θεωρείται κυρίως ως Ιστορία πολιτισμού, σε αντίθεση προς την ευρύτερη Ιστορία, που εκλαμβάνεται ως πολιτική.
  
Η «ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας» και η μ' αυτήν συνδεόμενη «ιστορία του πολιτισμού» οικοδομούν μια βατή οδό  για την κατανόηση του ιστορικού γίγνεσθαι και για το λόγο αυτό μπορούν να χρησιμεύσουν ως μέσο για την επίτευξη σχετικών αλλά πολυπλοκότερων στόχων.
   
Η Τοπική Ιστορία εξαιτίας της αμεσότητας της ζωντανής εμπειρίας στο τοπικό-ιστορικό επίπεδο δεν επιτυγχάνεται με εύκολη εισαγωγή στο ιστορικό σκέπτεσθαι. 

3. Ο μύθος του μικρού του άσημου ανθρώπου.
  • Η ιστορική αναζήτηση υποβαθμίζεται στην παρακολούθηση της διαιώνισης της τάξης των «φτωχών ανθρώπων» μέσα από τον καθημερινό αγώνα τους για τη ζωή.
  • Η ιστορία ανάγεται, κατά κύριο λόγο, σε μέσο ηθικής μόρφωσης παρεκκλίνοντας έτσι αισθητά από το βασικό στόχο της.

3. Βασικοί τρόποι καταγραφής της Τοπικής Ιστορίας

Δύο είναι οι βασικοί τρόποι μελέτης και καταγραφής της Τοπικής Ιστορίας από την άποψη του περιεχομένου:

Α) Η θεματικά ολόπλευρη μελέτη της ιστορίας ενός τόπου.

Β) Η σε βάθος ανάλυση ενός συγκεκριμένου θέματος από την ιστορία του τόπου.
      
Στην πρώτη περίπτωση επιδιωκόμενος στόχος είναι η σφαιρικότητα της προσέγγισης, που θα εξασφαλίσει μια όσο το δυνατόν πληρέστερης διαχρονικής εικόνας του τόπου (=της ζωής των ανθρώπων που έζησαν σε αυτόν).
      
Στη δεύτερη περίπτωση ανασύρεται μια συγκεκριμένη θεματική πτυχή από το πλήθος άλλων σχετικών δεδομένων του τόπου και την αναλύει συστηματικά. Ρίχνει πάνω της άπλετο φως, χωρίς πλέον τον αρχικό αινιγματικό της χαρακτήρα.
      
Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση της Τοπικής Ιστορίας θα μπορούσε να στηριχτεί τη συγκριτική μελέτη της ιστορίας δύο τόπων, που παρουσιάζουν εμφανώς κοινά σημεία. Ωστόσο, μια σύγκριση σε διαχρονικό επίπεδο είναι εγχείρημα που απαιτεί ιδιαίτερο έλεγχο ως προς την ευστοχία του και δικαιολογείται όταν η ομοιότητα των συγκρινόμενων ιστορικών δεδομένων είναι ισχυρή.
      
Στο πεδίο μιας συγκριτικής Τοπικής Ιστορίας ως εναλλακτικής δυνατότητας προσέγγισης της Ιστορίας, επιγραμματικά:
  • Επιτυγχάνεται από ψυχοπαιδαγωγική άποψη ανατροφοδότηση των κινήτρων μάθησης με εσωτερικά εναύσματα.
  • Προάγεται η καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας.
  • Υπερβαίνεται δημιουργικά το βασικότερο σημείο κριτικής στην ενασχόληση με την τοπική Ιστορία, αυτό, δηλαδή, της καλλιέργειας τοπικιστικού πνεύματος.
  • Υπηρετούνται καλύτερα οι σκοποί της αγωγής για την ειρήνη.
  • Υλοποιείται στην πράξη ένα χαρακτηριστικό σημείο της στροφής της σύγχρονης διδακτικής εν γένει προς τη διεθνικότητα και την οικουμενικότητα.
   
Δεν ισχύει η άποψη ότι η Τοπική ιστορία ενδέχεται να παραποιεί την ευρύτερη ιστορική πραγματικότητα επειδή μένει προσηλωμένη στον άμεσο περίγυρο. Ο μαθητής συνειδητοποιεί ότι το υπό συζήτηση γεγονός πραγματοποιήθηκε σε κάποιο άλλο τόπο, κάτω όμως από ιστορικές συνθήκες, που σημάδεψαν και τη δική του ιδιαίτερη πατρίδα. 
   
Στην περίπτωση που η συγκεκριμένη πρόταση θεωρηθεί υλοποιήσιμη, τότε θα πρέπει να υπάρξουν και ανάλογες τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις στο Αναλυτικό Πρόγραμμα και στα διδακτικά βιβλία, που θα έχουν μάλλον το χαρακτήρα εναύσματος παρά δεσμευτικότητας.
   
Για το αναλυτικό Πρόγραμμα προτείνεται να υποδεικνύονται σε συγκεκριμένες πρόσφορες διδακτικές ενότητες τέτοιου είδους προεκτάσεις στη συνολική ιστορική γνώση ως άσκηση στο ιστορικώς σκέπτεσθαι.
   
Ως δημιουργική παρέμβαση στα σχολικές εγχειρίδια προτείνεται η εκπόνηση «πακέτων τοπικής ιστορίας προς όφελος της ιστορικής παιδεία των μαθητών. 
   
Το σημείο που θα έπρεπε ιδιαίτερα να τονισθεί είναι ότι ο σκοπός της Τοπικής Ιστορίας δεν είναι η ενίσχυση και τόνωση της εθνικής συνείδησης αλλά η διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης των μαθητών. Η διαφορά είναι ότι η τελευταία συμπεριλαμβάνει αρμονικά την πρώτη, ενώ αν τεθεί ως προτεραιότητα η ενίσχυση της εθνικής συνείδησης κινδυνεύει να ατονήσει η ιστορική συνείδηση, η οποία είναι πολυσύνθετη συνειδησιακή έκφραση.
   
Η Τοπική Ιστορία δεν είναι προβαθμίδα της Ιστορίας, αλλά δυνατότητα προσέγγισής της. Το φάσμα της διδακτικής της διαπερνά ολόκληρη την η εκπαίδευση.
   
Στο σχολείο δεν προστίθεται ως ένα νέο μάθημα με την παραδοσιακή σημασία του όρου. Αντίθετα ενδείκνυται να συνδεθεί ευθύς εξαρχής με εναλλακτικές μεθόδους διδασκαλίας και συγκεκριμένα με τη μέθοδο project.
   
Η μέθοδος project δεν συνδέεται με τη σχολική τάξη αλλά εξωσχολικά με εξωσχολικές δραστηριότητες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος από τις δραστηριότητες αυτές να μεταφέρεται ως «κατ’ οίκον « εργασία στην οικογένεια. Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης περνά υποχρεωτικά και μέσα από την αντιμετώπιση του προβλήματος της υπερφόρτωσης των παιδιών και των οικογενειών τους. Αρκετά έχει ταλαιπωρηθεί η ελληνική οικογένεια τις τελευταίες δεκαετίες επειδή το σχολείο τις μεταβιβάζει όλο και περισσότερες αρμοδιότητές του. Σε αυτήν την περίπτωση εξανεμίζεται πρώτα από όλα κάθε μορφωτικό κέρδος και καταστρατηγείται η ίδια η αξία της μεθόδου.
 Η αξιολόγηση του διδακτικού έργου που αφορά δραστηριότητες Τοπικής Ιστορίας στα σχολεία δεν μπορεί να είναι άλλη από τη δημιουργικά ομαδική αυτοαξιολόγηση που προκύπτει από την έκθεση των προϊόντων της εργασίας, που πραγματοποιείται από κάθε ομάδα.
   
Η Τοπική Ιστορία ακόμη κι όταν δεν μελετά ιστορικά τον τόπο καταγωγής ή και το χώρο ζωής, αλλά ασχολείται με θέματα που δεν εμπίπτουν στην άμεση εποπτεία, θα διατηρεί πάντοτε το χαρακτήρα της εστίασης του ενδιαφέροντος στο ειδικό, στο μερικό, στο άρρηκτα δεμένο με τη ζωή ενός τόπου παρά τις αναγκαίες αναγωγές σε ευρύτερα πλαίσια.
   
Το υποκείμενο της μάθησης δεν καταργείται αλλά το ιστορικώς σκέπτεσθαι ανελίσσεται πολυδύναμα, με μεγαλύτερες πιθανότητες να γνωρίσει καλύτερα και τον τόπο του και τον τόπο των συνανθρώπων του. 
   
Τελικά, Τοπική Ιστορία είναι γνώση και τρόπος βίωσης της ιδιαίτερης πατρίδας. Στηρίζεται στον ψυχικό και πνευματικό σύνδεσμο του ατόμου με τη γενέθλια γη, τη φύση και τη ζωή σε αυτήν. Στην παράδοση, τον τρόπο ζωής και τις αξίες της τοπικής κοινωνίας. Ο ψυχικός σύνδεσμος με την ιδιαίτερη πατρίδα, τα υγιή και ευγενικά αισθήματα προς αυτήν αποτελούν τη βάση της αγωγής από την οποία ξεκινά η συνολική γνώση και η κατανόηση του ευρύτερου κόσμου.

Ιωάννης Φύκαρης, Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε. Πιερίας