Για το σχεδιασμό δραστηριοτήτων καινοτομίας στη διδασκαλία της Ιστορίας

Για το σχεδιασμό δραστηριοτήτων καινοτομίας στη διδασκαλία της Ιστορίας
(Θεωρητικό πλαίσιο)

Μια πρωτοβουλία για το σχεδιασμό δραστηριοτήτων καινοτομίας δεν είναι δυνατό να γίνει σε θεωρητικό κενό. Αντίθετα, προϋποθέτει ανάλυση που να αναφέρεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο(εκτενώς ή υπαινικτικά), στο σχολείο, τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές, τα σχολικά βιβλία. τα αντικείμενα διδασκαλίας, τα διδακτικά μέσα, τους σκοπούς, τις εκπαιδευτικές τεχνικές, τις συνθήκες εργασίας, κ.ά.
Μια τέτοια ανάλυση καλείται να αναδείξει τα προσδιοριστικά στοιχεία που είναι δυνατόν να αποκτήσουν οι διάφορες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις για να έχουν το χαρακτήρα καινοτομίας. Η σύλληψη και η ανάπτυξη εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων ή και η εφαρμογή τους μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές: από μια πρόταση π.χ. για διδασκαλία και αξιολόγηση με ανοιχτά βιβλία μέχρι την ανάπτυξη ευρύτερων σχεδίων projects. Έχοντας ως αφετηρία αυτές τις σκέψεις ακολουθεί μια ανάλυση που αναπτύσσει το θεωρητικό πλαίσιο παιδαγωγικών και διδακτικών πρωτοβουλιών που μπορούν να αναπτυχθούν με εστία αναφοράς το μάθημα της ιστορίας.
Θα ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι το είδος ιστορίας που προωθεί­ται ή ευνοείται για διδασκαλία στο ελληνικό σχολείο παίζει σημαντικό ρόλο στην προβολή κυρίαρχων αντιλήψεων, ιδεολο­γικών και πολιτισμικών αξιών και παραδοχών (για τη φύση, την κοινω­νία, τον άνθρωπο, την εξέλιξη, το παρελθόν, το παρόν κ.τ.ό.) και τελικά στη διαμόρφωση συνειδήσεων. Αυτό επιτυγχάνεται ,ως ένα μεγάλο βαθμό, με την επιλογή του περιεχομένου της σχολικής ιστορίας. Η σχολική ιστορία, όπως και όλα τα σχολικά μαθήματα, διδάσκονται στο πλαίσιο συγκεκριμένων προδιαγραφών μορφής και περιεχομένου, έτσι όπως αυτές αποτυπώνονται στα αναλυτικά προγράμματα και στα αντίστοιχα σχολικά βιβλία που συγγράφονται. Ένα είναι βέβαιο: το περιεχόμενο που προβλέπεται για διδασκαλία είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας κατάταξης, ιεράρχησης και επιλογής. Είναι αδύνατο να διδαχτεί στο σχολείο το σύνολο της κατακτημένης γνώσης. Έτσι, συμβαίνει και με τη σχολική ιστορία: το περιεχόμενο που διδάσκεται είναι αποτέλεσμα επιλογής και από αυτή την άποψη μόνο ως «παραδειγματική» γνώση μπορεί να θεωρηθεί. Η συγκεκριμένη επιλογή της παραδειγματικής ιστορικής γνώσης με το σχολικό βιβλίο της ΣΤ΄ δημοτικού που αποσύρθηκε πρόσφατα προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις εκκλησιαστικών και άλλων κύκλων, γιατί βρήκαν το «παράδειγμα» ιστορίας «αντεθνικό».

Αλλά ποιο ήταν το «παράδειγμα» ιστορίας;

Βασικός διδακτικός σκοπός για τη διδασκαλία της ιστορίας, όπως δηλώνεται, είναι, μεταξύ άλλων, η καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης και της ιστορικής συνείδησης των μαθητών. Ωστόσο, παρά τις συγκεκριμένες αλλαγές που είχαν γίνει κατά τα τελευταία χρόνια, αναλύ­σεις των σχολικών προγραμμάτων, των σχολικών εγχειριδίων, της καθιερωμένης διδακτικής πράξης και των διάφορων εξετάσεων κ.ά. καταλήγουν στην εκτίμηση ότι οι μαθητές δεν εισάγονταν στην επιστήμη της ιστορίας και καλούνταν να αποδεχτούν αντιεπιστημονικές απόψεις, συγχύσεις, ασάφειες, υπεραπλουστεύσεις, αναχρονισμούς κ.ά.
Στο ελληνικό σχολείο διδασκόταν και επαναλαμβανόταν η εκδοχή μιας ιστορίας που προβάλλεται ως χρονολογική στατική περιγραφή κυρίως πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων, που γραμμικά συνδέονται στη λογι­κή μιας συνέχειας χωρίς αντιφάσεις. Αρχίζει από τους αρχαίους χρόνους και φτάνει μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Επρόκειτο για μια ελληνοκε­ντρική (εθνοκεντρική) γεγονοτολογική χρονολογική ιστορία, ως εάν η ιστορική εξέλιξη να προκύπτει ως μηχανική συνέπεια από προηγούμενη περίοδο εξ αιτίας του χρόνου. Η πληθώρα της ύλης και των ασύνδετων γεγονότων πρόβαλλε με ιδιαίτερη έμφαση την ιστορία κεντρικών κρα­τικών εξουσιών και την ιστορία των μεγάλων πολιτικών ανδρών. Ήταν ένα είδος ιστορίας αποκομμένης από τη μέθοδό της, τις κοινωνι­κές και ιστορικές της αναφορές και περιορισμούς. Στην καλύτερη περί­πτωση συνδεόταν μηχανιστικά με τα μεθοδολογικά της εργαλεία, τα ερω­τήματα και τις πηγές. Ήταν μια ιστορία που παρουσιαζόταν ως αντικει­μενική γνώση και «αλήθεια» χωρίς την ανάδειξη της αντικειμενικής διά­στασης του παρελθόντος και της γνωσιολογικής υποκειμενικής παρέμ­βασης στην κατανόησή του.
Αν και χρησιμοποιήθηκαν εγχειρίδια «εισαγωγής στις ιστορικές σπουδές» ή «ιστορίας με βάση τις πηγές» ή εγχειρίδια που πρόβαλλαν τον οικονομικό και κοινωνικό παράγοντα στην ιστορική εξέλιξη, οι σχε­τικές αναλύσεις ελέγχονται ως διστακτικές, αποσπασματικές, αντιφατι­κές και υπεραπλουστευτικές με αποσιωπήσεις ή συρρίκνωση του ρόλου των παραγωγικών δυνάμεων, των παραγωγικών σχέσεων, του τρόπου παραγωγής κ.ά. Αυτό το είδος ιστορίας προσφέρεται για ιδεολογική χρήση υπέρ των κυρίαρχων παραδοχών για την κοινωνία, το παρελθόν, την ιστορική εξέλιξη και η διδασκαλία της ευνοεί τη μαζική καλλιέργεια «ψευδών συνειδήσεων» και την ιστορική ακρισία.
Η παιδαγωγική και η διδακτική του ενός και μοναδικού, αποκλειστικού κρατικού σχολικού εγχειριδίου για το μάθημα της ιστορίας αποκτούσε τα χαρακτηριστικά ενός ιδεολογικού πειθαναγκασμού, παιδαγωγικής βίας και προσηλυτισμού. Ο ρόλος του δασκάλου όλο και πιο πολύ κινδύνευε να συρρικνωθεί σε απλό εκτελεστή των διδακτικών προδιαγραφών του σχολικού εγχειριδίου, των περιορισμών ή προσδιορισμών που προ­κύπτουν από τη μορφή και το περιεχόμενο των εισαγωγικών εξετάσεων κ.ά. Η διδακτική υποβιβαζόταν σε μια τεχνική οργάνω­σης για πληθώρα ύλης με περιττές λεπτομέρειες, ονόματα ηρώων, χρο­νολογίες, γεγονότα, γραφικές απεικονίσεις μαχών, συναισθηματικές εξάρσεις κ.ο.κ. («Το πρωί (sic) της 21ης Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. άρχι­σε η ναυμαχία...» ή «το 401 π.Χ. ο Κύρος, νεώτερος αδελφός του βασι­λιά των Περσών Αρταξέρξη, με 13.000 Έλληνες μισθοφόρους και 100.000 Πέρσες εξεστράτευσε...» ή «Το σχέδιο που εφάρμοσε ο Μιλτιά­δης...αραίωσε το κέντρο και ενίσχυσε τα άκρα...»). Πολλές φορές είχε κανείς την αίσθηση ότι παρακολουθεί ανάλυση στρατιωτικών επιχειρή­σεων σε ευέλπιδες υποψήφιους αξιωματικούς του στρατού! Η κατα­δυνάστευση της λεπτομέρειας και των ασύνδετων γεγονότων εμπλουτιζόταν συχνά με ασαφείς γενικεύσεις του τύπου «η κοινωνική, η πολιτική και οικονομική ζωή της Ελλάδας είχε φτάσει σε ψηλό επίπεδο ανά­πτυξης σε σύγκριση με το περσικό κράτος...». Έτσι, διαμορφωνόταν ένα είδος διδακτικής αγωνίας και διδακτικού ρυθμού για τη μηχανιστική κάλυψη της διδακτέας ύλης του σχολικού εγχειριδίου. Οι μαθητές, με τη σειρά τους, καλούνταν ως παθητικοί δέκτες να απομνημονεύσουν μηχα­νιστικά αυτό το είδος ιστορικής «γνώσης», ώστε να την αποδώσουν ανεπεξέργα­στη, σε φωτοτυπική αναπαραγωγή στις διάφορες εξετάσεις.
Η αναπαραγωγή αυτής της εκδοχής ιστορίας επιτυγχανόταν ή ευνοούνταν και με την ίδια τη διάρθρωση του περιεχομένου των σχολι­κών εγχειριδίων, με την τεχνική του κατακερματισμού και της διαμερι­σματοποίησης της σχολικής ιστορικής γνώσης. Η ιστορία προβαλλόταν ως ένα άθροισμα διαφορετικών και παράλληλων ιστοριών (πολιτικής, πολεμικής, κοινωνικής, οικονομικής κ.ά.) και όχι ως μια ενιαία ολότη­τα. Τα κεφάλαια που αφορούν στην κοινωνική-οικονομική και πολιτιστι­κή ιστορία ήταν συνήθως εμβόλιμα ανάμεσα σε κεφάλαια πολιτικής ιστορίας ή πολεμικών συγκρούσεων. Όταν δεν «χαρίζονταν» ή δεν διδά­σκονταν περιληπτικά, στην καλύτερη περίπτωση διδάσκονταν διαδοχι­κά και ασύνδετα, λες και πρόκειται για διαδοχικές ή παράλληλες πορεί­ες, χωρίς τις απαραίτητες διασυνδέσεις. Έτσι, όμως, ήταν δύσκο­λη υπόθεση η συνολική κατανόηση μιας εποχής και μιας κοινωνίας και αποκρύπτεται ο ρόλος των κοινωνικών συγκρούσεων στην πολιτική και στην πολιτιστική εξέλιξη. Η διαμερισματοποίηση της ιστορικής «γνώ­σης» κυριαρχούσε και σε ένα άλλο επίπεδο: η ιστορική «γνώση» ήταν αποκομμένη από τους κοινωνικούς και ιστορικούς της προσδιορισμούς, τις μεθοδολογικές της προϋποθέσεις, τις ιστοριο­γραφικές της αναφορές, τη σχέση της με τις πηγές και τις μαρτυρίες και τους γνωσιολογικούς της περιορισμούς. Οι ένθετες αναφορές σε πηγές, η παράθεση κειμένων ή απεικονίσεων κ.τ.ό. δεν αναδείκνυαν την πολλ­απλότητα των σχετικών ζητημάτων. Απλά, έρχονταν να επικυρώσουν τη συγκεκριμένη θεώρηση της ιστορίας που προβαλλόταν στο σχολικό εγχειρίδιο.
Έτσι, η διδασκαλία της ιστορίας στο σχολείο παρουσίαζε τρία πολύ σημαντικά προβλήματα: 1) Πρόβαλλε μια ανιστορική εικόνα της αντικειμενικής ιστορικής πραγματικότητας, διαστρέβλωνε την ιστορική πραγματικότητα και ως αντικείμενο μελέ­της και ως αναπαράστασή της. 2) Παραμόρφωνε την επιστήμη της ιστορίας ως κοινωνικής και γνωσιολογικής δραστηριότητας και 3) καθιστούσε δύσκολη υπόθεση την κατανόηση αυτής της ιστορικής πραγματικότητας, καθώς οι σχετικές πληροφορίες, αναλύσεις, εξηγήσεις κ.ά. δεν προσφέρονται για συνολική γνωστική σύνδεση και σύνθεση που να δίνει ιστορική συνάφεια και νόημα.

Ποια είναι η «άλλη» πρόταση;

Το ερώτημά μας είναι πώς μπορούν εκπαιδευτικοί και μαθητές, στα ανελαστικά πλαίσια της καθημερινής εκπαιδευτικής διαδι­κασίας, να υιοθετούν αρχές διδασκαλίας που επιτρέπουν ώστε να αντιμετωπίζονται αυτά τα προβλήματα. Δεν υπαινισσόμαστε ότι η διδασκαλία είναι ζήτημα μεθόδου, οργάνωσης και τεχνικής. Το περιεχόμενο του μαθήμα­τος («τι») που κάθε φορά διδάσκεται έχει οπωσδήποτε προτεραιότητα, αλλά και η μέθοδος και η τεχνική του («πώς») έχουν και αυτές σχετικό περιεχόμενο. Ένα παράδειγμα ίσως είναι ενδεικτικό: η τυπική διδακτι­κή πρακτική να γίνεται το μάθημα της ιστορίας με κλειστό το ένα και μονα­δικό υποχρεωτικό κρατικό σχολικό βιβλίο ιστορίας προβάλλει την έμμεση παραδοχή και αντίληψη ότι η ιστορική γνώση που εμπεριέχεται σ’ αυτό είναι έγκυρη, αντικειμενική, επιστημονική και επομένως προ­σφέρεται για απομνημόνευση και αποστήθιση.
Μια εναλλακτική διδακτική πρόταση, ουσιαστικά, προϋποθέτει τη δυνα­τότητα παρέμβασης. Στην περίπτωση του μαθήματος της ιστορίας υποστηρίζουμε ότι τα σχολικά εγχειρίδια, παρόλο το αλύγι­στο σχήμα της διάρθρωσής τους, δεν είναι «αδιάβροχα» στην παρέμβαση του εκπαιδευτικού. Προσφέρονται για ευρύτερη αναδιάρθρωση και αναδιάταξη της ύλης τους. Εκείνο όμως που ιδιαίτερα προσφέρεται για εναλλακτική πρόταση είναι το είδος ιστορικής γνώσης που εμπεριέχεται σ’ αυτά. Η «επίσημη» σχολική ιστορία, για να δανειστούμε μια γνωστή φράση, «μοιάζει με ελβετικό τυρί: γεμάτη τρύπες και κενά». Εκπαι­δευτικοί και μαθητές μπορούν να αξιοποιούν όσες ορθές και επιστημο­νικές γνώσεις εμπεριέχονται στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας και να συμπληρώνουν τα «κενά» με τρόπο που συστηματικά να πλησιάζουν όλο και περισσότερο προς την επιστήμη της ιστορίας, τις σύγχρονες ιστοριογραφικές τάσεις και την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα. Διδακτικός σκοπός είναι η καλλιέργεια ιστορικής σκέψης και συνεί­δησης με απώτερη επιδίωξη τη συνειδητή δράση των σημερινών μαθη­τών - αυριανών πολιτών στη διαμόρφωση του παρόντος και του μέλλο­ντος. Σε επίπεδο διδασκαλίας η εναλλακτική - αντίπαλη πρόταση είναι δυνατό να οριοθετηθεί με τις ακόλουθες βασικές αρχές.

1. Η σχολική ιστορία είναι μάθημα ιστορίας και ιστοριογραφίας. Αυτό σημαίνει ότι η διδασκαλία του μαθήματος συστηματικά οργανώ­νεται και διεξάγεται με βασικό άξονα τα προβλήματα ή ερωτήματα που θέτει η ιστορία με τις τρεις της σημασίες: α) ως η αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα (το παρελθόν ως αντικείμενο μελέτης), β) ως ένα ιστορικά, κοινωνικά και επιστημονικά προσδιορισμένο είδος κατανόη­σης αυτής της πραγματικότητας (η ιστορία που «ξέρουμε») και γ) ως ιστορική έρευνα και επιστήμη.
Η επικέντρωση κατά τη διδασκαλία της ιστορίας στο «τι» (ξέρουμε) του παρελθόντος, χωρίς τις απαραίτητες διευκρινίσεις και αναλύσεις ή συσχετίσεις που τίθενται από το ίδιο το αντικείμενο (το παρελθόν) και την ιστορική έρευνα και μέθοδο (ιστοριογραφία), δεν βοηθάει στην κατανόηση του παρελθόντος.. Αναφερόμαστε στη συστηματική συνεξέτασ­η και ανάλυση των σχετικών ερωτημάτων που σχετίζονται με τα θέματα, γεγονότα, φαινόμενα, ενότητες ή περιόδους που επεξεργαζόμα­στε σε κάθε διδακτική ενότητα. Το ερώτημα - άξονας που τίθεται συστημ­ατικά κατά τη διδασκαλία είναι τι πράγματι γνωρίζουμε για το παρελ­θόν και πώς το γνωρίζουμε.
Ουσιαστικά πρόκειται για διδασκαλία που υιοθετεί συγκεκριμένες αφετηριακές παραδοχές για να καταλήξει στην κατανόηση αυτών των ίδιων παραδοχών από τη μεριά των μαθητών. Από τη συνεξέταση ιστορ­ίας και ιστοριογραφίας προκύπτουν πολύ σημαντικές τέτοιες παραδο­χές που προσφέρονται για οργάνωση του μεθοδολογικού άξονα της διδασκαλίας, όπως οι ακόλουθες: α) Πριν μελετήσετε την ιστορία μελετ­ήσετε τον ιστορικό που τη γράφει (ιστοριογραφία). β) Η ιστορία είναι ένας διαρκής διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Η παρα­δοχή αυτή προσφέρεται ιδιαίτερα για τη δημιουργική και ενεργητική σύνδεση της ιστορικής γνώσης για το παρελθόν με το παρόν. γ) Κάθε χώρα σε κάθε εποχή γράφει (επαναδιατυπώνει) την ιστορία της για το παρελθόν. δ) Η ιστορία είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον ιστορικό και στο παρελθόν που μελετάει κ.ά.
Οι παραπάνω αρχές προσφέρονται για διαμόρφωση συγκεκριμένων διδακτικών επιλογών, πρακτικών, τεχνικών κ.ά. στην καθημερινή διδακτική πράξη. Η σταθερή αναζήτηση και συσχέτιση της ιστορίας μιας περιόδου ή ενός γεγονότος με τη σχετική ιστοριογραφία (συγχρονική και διαχρονική) που έχει αναπτυχθεί ευνοεί την πληρέστερη κατανόηση και της περιόδου που διδάσκεται και της ιστορικής επιστήμης.
   
2. Η μάθηση της σχολικής ιστορίας είναι ένας σιωπηρός κριτικός διάλογος ανάμεσα στον αναγνώστη - μαθητή και τον ιστορικό. Η συνδι­δασκαλία ιστορίας και ιστοριογραφίας προετοιμάζει το μαθητή για το διάλογο με τον ιστορικό. Η ιστορία δεν είναι μια απλή εξιστόρηση, αλλά μια διήγηση με συστηματική αναφορά της στα τεκμήρια και τις ενδείξεις. Η ιστορία έχει μια ιδιαίτερα περίπλοκη σχέση με τη μαρ­τυρία. Αυτό σημαίνει ότι η διήγηση, εξήγηση και ερμηνεία ενσωματώ­νει τη μαρτυρία ως αναπόσπαστο στοιχείο της αίσθησης ή κατανόησης του παρελθόντος.
Τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας προτείνουν συνήθως μια διήγηση χωρίς συστηματικές αναφορές στα προβλήματα των ενδείξεων και των μαρτυριών, στο πιθανό, στην αβεβαιότητα, στην αμφισβήτηση, στα όρια της άποψής τους και τους περιορισμούς. Τα σχολικά, δηλαδή, εγχειρίδια συνήθως αποσιωπούν τη σχέση της διήγησης, εξήγησης ή ερμηνείας με τη μαρτυρία που τη στηρίζει ή την αμφισβήτηση που άλλες ιστορικές σχολές έχουν εγείρει. Από αυτή την άποψη, η διδασκα­λία καλείται να αναπτύξει και να στηρίξει εκείνο το διάλογο που ανα­δεικνύει τα όρια της γνώσης που προσφέρεται στο σχολικό εγχειρίδιο, τους περιορισμούς της, το είδος της μαρτυρίας που αξιοποιεί ή που αγνοεί, τα κενά ή τα χάσματα κ.o.κ.
     Ο κριτικός διάλογος ανάμεσα στον αναγνώστη - μαθητή και τον ιστορικό (συγγραφέα ενός ιστορικού εγχειριδίου ή βιβλίου) είναι δοκιμασία ή «βάσανος» της ιστορικής γνώσης των σχολικών εγχειριδίων με ερωτή­ματα όπως, ποιος είναι ο συγγραφέας; δηλώνει ή διατυπώνει τις απόψεις του ­ή τις υπαινίσσεται; ποιες πηγές υποστηρίζει ότι χρησιμοποιεί; υποδεικνύει τους περιορισμούς των απόψεών του; αναγνωρίζει τα κενά ή τα χάσματα στη γνώση που έχουμε; κ.τ.ό.
Από μια άποψη, γνώσεις είναι δυνατό να διαθέτουν οι μαθητές χωρίς ωστόσο να τις κατανοούν. Είναι δυνατό να γνωρίζουν τι λέει το σχολι­κό εγχειρίδιο, να το επαναλάβουν και να πάρουν ένα πολύ καλό βαθμό και όμως να μην κατανοούν το περιεχόμενο των λέξεων που επαναλαμ­βάνουν. Μπορώ να υποστηρίξω την άποψη του σχολικού εγχειριδίου «η κοινωνική, η πολική και οικονομική ζωή της Ελλάδας είχε φτάσει σε ψηλό επίπεδο ανάπτυξης...» (περσικοί πόλεμοι), αλλά εάν δεν μπορώ να εξηγήσω ή να δώσω νοητική εικόνα αυτής της ανάπτυξης, η γνώση που προτείνω είναι επιφανειακή. Όπως πολύ χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο Ε. Carr: «Αν βάλουμε το γάλα να βράσει σε μια κατσαρόλα θα χυθεί. Δεν ξέρω και δε θέλω να ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Αν πιεζόμουν θα το απέδιδα στην τάση που έχει το γάλα να χύνεται, πράγμα αρκετά αληθινό μα που δεν εξηγεί τίποτα… Με τον ίδιο τρόπο μπορεί κανείς να διαβά­σει ή ακόμα να γράψει για τα περιστατικά του παρελθόντος χωρίς να θέλει να ξέρει γιατί συνέβησαν...».
Η ιστορία αφορά πράξεις ή δραστηριότητες ανθρώπων σε κοινωνικές ομάδες και από αυτή την άποψη σχετίζεται με την έννοια της εξέλιξης ή της αλλαγής μέσα στον ιστορικό χρόνο. Η αλλαγή μέσα στον ιστορικό χρόνο είναι η γλώσσα της ιστορίας. Τα ιστορικά γεγονότα είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για την υποδήλωση αυτής της αλλαγής και η διήγηση είναι οι προτάσεις που αναλύουν, εξηγούν και ερμηνεύουν αυτή την αλλαγή. Από αυτή την άποψη, η επανάληψη της διήγησης ενός σχο­λικού εγχειριδίου χωρίς την κατανόηση της ιστορικής αλλαγής είναι άκριτη αποδοχή και επανάληψη - αποστήθιση των προτάσεων του σχολι­κού εγχειριδίου.

3. Ο διάλογος αναγνώστη - μαθητή με τον ιστορικό προϋποθέτει την κριτική ανάγνωση ως βασική διδακτική και μαθησιακή δραστηριότητα. Η ιστορία ως διήγηση και αναπαράσταση του παρελθόντος έχει ιδιαίτε­ρη σχέση με τη γλώσσα. Μια δυσκολία στη διδασκαλία και τη μάθηση της ιστορίας συνδέεται με το ότι είναι ουσιαστικα μια έμμεση διαδικασία μάθησης με την παρεμβολή του γραπτού λόγου. Η ιστορική κατανόηση του παρελθόντος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατανόηση της ίδιας της γλώσσας που χρησιμοποιείται στην ιστορία. Ένα κεντρικό πρόβλημα στη διδασκαλία της ιστορίας είναι η χρήση της γλώσσας που, για πολλούς λόγους (κοινωνικούς, πολιτισμικούς κ.ά.), είναι δυνατό να δυσκολεύει ιδίως την κατανόηση από τη μεριά μαθητών που προέρχο­νται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Τεχνικοί όροι όπως μαρτυρία, ένδειξη, πηγές κ.τ.ό., γενικοί ιστορικοί όροι όπως φεουδαλι­σμός, αναγέννηση, επανάσταση, περιοδολογήσεις, μεταφορική γλώσσα κ.ά. κάνουν το μάθημα της ιστορίας ένα αντικείμενο με πολλές γλωσσικές δυσκολίες.
Η διδασκαλία της ιστορίας προϋποθέτει, από αυτή την άποψη, την εφαρμογή αρχών διδασκαλίας που υιοθετούνται στην ανάπτυξη της κριτικής ανάγνωσης και στη διδασκαλία της ιστορίας. Η γλώσσα της ιστορίας προσφέρεται προς την κατεύθυνση αυτή, μια και ενσωματώνει καθημερινό λόγο (άρα αξιοποίηση της γλώσσας των μαθητών). Σε μία τέτοια περίπτωση ο δάσκαλος και οι μαθητές επεξεργάζονται συστημα­τικά περιπτώσεις αναχρονιστικής χρήσης, περιπτώσεις αφηρημένων γενικεύσεων, το ιστορικό περιεχόμενο καθημερινών όρων κ.τ.ό. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι διδάσκει και ιστορία και εμπλουτισμό της γλώσσας με το να δίνει στις λέξεις νέες σημασίες και το ιστορικό τους περιεχόμενο.
Μια συστηματική εφαρμογή και μεταφορά των προηγούμενων αρχών, ουσιαστικά, σημαίνει διδασκαλία της ιστορίας και μάθηση ιστορίας με το βιβλίο ανοιχτό. Η κριτική ανάγνωση και μελέτη του σχολικού εγχει­ριδίου ιστορίας είναι μια δημιουργική και αποτελεσματική διδακτική επιλογή. Το επίσημο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας ανοιχτό στη διδασκαλία και τη μάθηση ανοίγει το δρόμο για την ιστορική έρευνα, την ιστορική πραγματικότητα και την ιστορική σκέψη και συνείδηση.
Μια εναλλακτική διδακτική που να στηρίζεται στις παραπάνω αρχές προϋποθέτει πέρα από τα παραπάνω, συστηματική αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση και αναδιάταξη της διδακτέας ύλης που εμπεριέχεται στο επίσημο σχολικό εγχειρίδιο. Μια τέτοια αναδιάταξη απορρίπτει τη στατική χρονολογική - γεγονοτολογική εξιστόρηση ασύνδετων γεγονό­των. Δεν βοηθάμε τους μαθητές στην κατανόηση της συνολικής ιστορι­κής πραγματικότητας με έναν προγραμματισμό διδασκαλίας που παρα­κολουθεί πιστά και στενά τον κατακερματισμό και τη διαμερισματοποί­ηση των σχετικών κεφαλαίων του επίσημου σχολικού εγχειριδίου. Η καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης και ιστορικής συνείδησης δεν προκύ­πτει ως αποτέλεσμα - άθροισμα κάποιων διαδοχικών κεφαλαίων, αλλά ως κατανόηση της συνολικής ιστορικής πραγματικότητας και της δυναμικής των κοινωνικών συγκρούσεων στην ιστορική εξέλιξη.
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι έχουμε το δικαίωμα, την υποχρέω­ση και τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε τη σχολική ιστορία για την απο­κάλυψη της «συνωμοσίας της σιωπής» και τη διαμόρφωση μιας εναλλα­κτικής - αντίπαλης πρότασης διδασκαλίας. Το είδος ιστορίας που διδά­σκεται στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ιδίως στο δημοτικό και το γυμνάσιο) οριοθετεί το είδος της ιστορικής παιδείας που προσφέρεται στους μαθητές. Η πλειοψηφία των μαθητών που τελειώ­νουν τη μέση εκπαίδευση ή πολύ περισσότερο οι μαθητές που ολοκλη­ρώνουν μόνο την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση δεν μπορούν να απο­φοιτούν χωρίς να είναι σε θέση να κάνουν το διάλογό τους με τον ιστο­ρικό, έτσι όπως αποκαλυπτικά μας δίνει ο Μπρεχτ το διάλογο του εργά­τη με τον ιστορικό:
Ο νεαρός Αλέξανδρος υπόταξε τις Ινδίες.
Μοναχός του;
Ο Καίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτε ένα μάγειρα μαζί του;
Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε όταν η αρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
Ο μέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Εφτάχρονο τον πόλεμο. Ποιος
άλλος τον κέρδισε;

Κάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άνδρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;
Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.

Το ποίημα του Μπρεχτ μας προσφέρει μια εναλλακτική διδακτική προ­σέγγιση στο μάθημα της σχολικής ιστορίας του κρατικού σχο­λικού εγχειριδίου. Μια τέτοια προσέγγιση δεν καλεί τους μαθητές να παρακολουθήσουν «άσκηση επί χάρτου» των στρατιωτικών επιχειρήσε­ων, αλλά τους διδάσκει να κάνουν τουλάχιστον κατάλληλες και αποκα­λυπτικές ερωτήσεις...

Μαυρογιώργος Γιώργος
Με άλλη μορφή, είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 55, 1990, σσ. 17-26.